Tag Archives: σπείρα

το είδωλο

BandeAPArt

έκλεισα την τηλεόραση,οι δυο φιγούρες μίκρυναν, έγιναν μια τόσο δα μικρή φωτεινή κουκκίδα κι εγώ πήγα στην κουζίνα να βάλω ακόμα μια τεκίλα… συνηθίζω να μην ανάβω φώτα πια, αρκεί ένα στο διάδρομο, κάθε φορά που έμπαινα στην κουζίνα,εδώ και καιρό, το βλέμμα μου πέφτει στο ανοιχτό τζάμι του παράθυρου και κει πάντα,δε ξεχνώ να δω το είδωλό μου…να το λοιπόν το είδωλό μου, ακόμα μια φορά…αλλά τι έβλεπε κανείς αν κοίταγε πέρα από αυτό; όχι και πολλά πράγματα… όσο ονειροπόλος άνθρωπος κι αν ήμουν, δεν είχα τη δύναμη του Ορφέα του Κοκτό, που περνούσε από υγρούς καθρέφτες κι έμπαινε σε φανταστικούς κόσμους… όχι, εγώ έμοιαζα και θα μοιάζω πάντοτε, περισσότερο στη μια από τις δυο φιγούρες που μίκρυναν μόλις έκλεισα την τηλεόραση, πίεζα τον εαυτό μου να μη δει στο τζάμι την υπέροχη και τρομερή πραγματικότητα που αποκαλύπτοταν μόλις δυο βήματα πίσω από την πλάτη μου… το προηγούμενο βράδυ είχα δει ένα νέο είδωλο, μόνο για μια στιγμή, γιατί αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια μου μπροστά στην έκπληξή μου, την υπέροχη έκπληξή μου που αποδείκνυε πως πράγματι έχω δυνάμεις φοβερές, αλλά ήταν τόσο ζωντανή, τόσο πραγματικό που ακόμα και τώρα προσπαθώ να διακρίνω τα ίχνη του, γιατί δεν μπορώ να πιστέψω πως το τζάμι δεν έχει μνήμη…είχε εμφανιστεί με κάμποσες λευκές σελίδες ρολό κάτω από τη μασχάλη,σκόπευε να μου χαρίσει τις φωτοτυπίες μιας ζωής, φορούσε ένα τζιν κι ένα μαύρο πουλόβερ, θέλησα να μείνει για ένα ποτό αλλά δεν είχε χρόνο, σαν όνειρο που διαρκεί δεύτερα, δούλευα όλη μέρα, είπε, νομίζω πως έχω πυρετό, απάντησα, ένιωθα πως έπρεπε να βρω μια διακαιολογία για να μη φύγει, έκανε επιθεώρηση να δει πώς, τι, αν έχει αλλάξει κάτι, αλλά εγώ διαισθανόμουν σαν να ‘θελε να πει κάτι σημαντικό… προχωρήσαμε στο καθιστικό, και ρώτησα αν ήθελε να μου κάνει μια χάρη… ναι φυσικά, μου απάντησε, μπορείς να ψηλαφίσεις το λαιμό μου; ρώτησα, τον λαιμό σου; έγειρα πίσω το κεφάλι αντί να απαντήσω, ναι το λαιμό μου, άγγιξέ τον απλώς, άγγιξέ τον και πες μου τη γνώμη σου… είχε χάσει κάθε δυνατότητα ελέγχου της κατάστασης,μιας ακίνητης και σιωπηλής κατάστασης! και τώρα, εγώ, αφού έκλεισα την τηλεόραση,κι οι δυο φιγούρες μίκρυναν,κι έγιναν μια τόσο δα μικρή φωτεινή κουκκίδα κι εγώ πήγα στην κουζίνα να βάλω ακόμα μια τεκίλα, χωρίς ν’ ανάψω φώτα, είδα ξανά το είδωλο… κι έμεινα δεν ξέρω πόση ώρα, ακίνητη και σιωπηλή, λες κι είχα βγάλει ρίζες, σταύρωσα τα μπράτσα μου, χαμήλωσα τους ώμους,κλείστηκα… όταν για μια ανεπαίσθητη στιγμή ένιωσα το χέρι στο λαιμό  κι έπεσα… ένιωσα πως λιποθύμησα, αλλά απλά είχα πέσει στην αγκαλιά του ειδώλου μου, αδέξια έπεσα, αλλά παρόλα αυτά επέμεινα σε αυτού του είδους την πτώση, έσφιξα τη σιωπή μου, έκλεισα τα μάτια στο είδωλό μου στο τζάμι κι είδα έναν κόμπο φτιαγμένα από νήματα των δικών μου βουβών φόβων και επιθυμιών που θα αντιστεκόταν γερά σε όσα δεινά μπορεί να μας επεφύλασσε το φως… γι αυτό συνηθίζω να μην ανάβω φώτα πια, αρκεί ένα στο διάδρομο!

η φωτογραφία από την ταινία Bande à part του Jean-Luc Godard…

Advertisements

στη χώρα 0 (.)

νταβαντούρι λοιπόν δεν είχε γίνει, που πάει να πει, ουδείς φάνηκε από τους άλλους που περίμενε…

κανένας…

είχε πιστέψει πως κάποιοι άλλοι θα βρίσκανε την τρύπα που είχε ανοίξει στα δίχτυα και θα φτάνανε κι αυτοί εδώ, να κάνουν έναν κόσμο αλλιώτικο από εκείνον, τον σκατένιο τους… «και κατά πως φαίνεται, μάγκα μου» κουνάει το κεφάλι, «ξέμεινες μόνος σου σ’ αυτή εδώ την έρημη και μοναχική σου αποικία…»

αλλά, δεν το βάζει κάτω… κι ως ανεξίθρησκος ελληνορθόδοξος χριστιανός, λέει πάλι, «αφού το τιμημένο το βουνό δεν πάει στο Μωάμεθ, βουρ λοιπόν, ο Μωάμεθ στο βουνό»…

κι επιστρέφει αυτός με φρόνημα υψηλό κι αυτοπεποίθηση, κι αναπεπταμένο, ως λάβαρο, το αίσθημα της αυτοεξορίας του, τους βρίσκει, ανυποψίαστους όπως τους είχε αφήσει, εφησυχασμένους και μακάριους…

«ρε σεις, ελάτε…» τους καλεί φιλικά και συνωμοτικά…

«γιατί, τι έγινε…» κάνουν αδιάφορα…

εκπλήσσεται και προς στιγμήν ανησυχεί… τέτοια υποδοχή δεν την περίμενε…

πού πήγε, πού χάθηκε εκείνη η αναστάτωσή τους κάποτε «έλα δω, που πας να μας πουλήσεις…» και τέτοια… δεν περίμενε βέβαια κι υποδοχή κανενός επιφανούς, ένα απλό ανθρωπάκι σαν κι αυτούς ήταν… δεν είχε κάνει δα και κανένα ανδραγάθημα! έστω, ας μην τον βλέπανε με κείνη τη γνωστή τους καχυποψία «κάτσε κάτω κι εξηγήσου» και λοιπά… ας τον βλέπανε τουλάχιστον με απλή περιέργεια… ακόμα κι αν αντιδρούσαν σε κλίμακα «χα χα χα» ελάσσονα, ή ακόμα και «αχ αχ αχ» μείζονα, δε θα τον πείραζε και τόσο… αλλά μπα, ούτε κι αυτό… τι τους συνέβη; τόση απάθεια και αδιαφορία; αυτοί ούτε καν είχαν καταλάβει τον εκτροχιασμό, ούτε την απουσία του!

φαίνεται πως η αρχή προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων δεν έχει μόνο τα υπέρ της…

κι αν δεν πίστευε ότι η αρχή αυτή κάνει τόσο καλή δουλειά, δε θα μιλούσε για  απλή καθημερινήν ανοησία*, για απλή απάθεια και αδιαφορία…

θα ‘λεγε για σκέτη περιφρόνηση, ακόμα ίσως και για ζηλοφθονία…

σίγουρος πάντως ότι κάτι παράξενο συμβαίνει εδώ, καλύπτοντας την ανησυχία του μ’ ένα μειλιχιώδες ύφος, λέει ξανά:

«ελάτε βρε που σας λέω…»

«λέγε κι άσε μας…» κάνουν πάλι βαρετά

παραλίγο να τον πιάσουν τα κλάματα, ένιωσε τη θλίψη του αθλητή που η ανεπάρκειά του τον απέκλεισε από τον αγώνα κι αποσύρεται ταπεινωμένος στον πάγκο, απροστάτευτος στα γιούχα που πέφτουν απ’ τις κερκίδες…

«καλά», λέει σκύβοντας το κεφάλι…»άστους» σκέφτεται…»παράτα τους», κι ετοιμάζεται να φύγει…

μέσα του όμως βράζει και θέλει να γυρίσει να τους πει «εμ βέβαια…. μήπως την αμολήσετε και δεν τη μυρίσετε, μήπως τα κάνετε και δεν τα φάτε», νομίζει πως τους τα φώναξε κιόλας τρέμοντας από αγανάκτηση και περίμενε να του ορμήσουν αγεληδόν γι αυτή του την ύβη…

τζίφος, άλλος χασμουριέται, άλλος ξύνει το αυτί του κι άλλος σκαλίζει τα απόβλητα της μύτης του, λες και το κάναν επίτηδες!

μπορεί να πνιγόταν από οργή και θυμό, όμως τώρα, έτσι που ούτε και οι δικοί του πια τον καταδέχονταν, ένιωθε πιο … αριστοκράτης!

ήταν ήταν πια εντελώς μόνος σε μια δική του πορεία, ορισμένη και χαραγμένη από τον ίδιο, δύσκολη βέβαια γι αυτόν, όμως ύποπτη κι απαράδεκτη για ους άλλους, που ξέφυγε από τη δική τους…. γιατί, ήταν σίγουρος πως υποκρίνονταν, ότι κάτω από αυτή τη δήθεν απάθεια και αδιαφορία τους μόνο δειλία και εμπάθεια μπορούσε να κρύβεται…

άλλη εξήγηση δεν έβρισκε!

πάντως κάτι τέτοιο δεν το περίμενε, δεν έβλαψε δα και κανέναν, κι επιτέλους, δεν έκανε δα και καμιά επανάσταη! μπορεί ποτέ ένα μόνος του να κάνει επανάσταση; ένας μόνος σου είσαι εσύ κι ο εαυτός σου! το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προσβάλλεις κάπως τα εσκαμμένα και ασφαλή δεδομένα των άλλων! να πατήσεις, όχι βέβαια κατά λάθος, τα όρια τους! τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο…

μόνο που δεν ξέρεις αν τα όρια αυτά ενώνουν ή χωρίζουν τους ανθρώπους, αν κάνουν φίλους ή εχθρούς…

το μόνο που ξέρεις είναι ότι ξέφυγες από κείνη την κοινή, την παλιά σου πορεία κι έχεις τώρα μια νέα, νέα και δική σου…

μόνο, πάλι, που δεν ξέρεις πού οδηγεί αυτή…

κι έτσι, καθώ είσαι μόνος, νιώθεις ανέστιος και άπολις, δίχως ταυτότητα και διαβατήριο, και πρέπει ν’ αναζητήσεις τη χώρα που θα σου χορηγήσει τέτοια διαπιστευτήρια…

κι αναρωτιέσαι «βρε, μπας και δεν υπάρχει αυτή η χώρα; μπας κι είναι εκείνη που ονειρεύτηκες καθώς εκτροχιαζόσουν…;»

και πηγαίνεις, ούτε ξέρεις πια πού, κι ακούς σε κάθε σου βήμα τους διατεταγμένους εκατέρωθεν φρουρούς να ουρλιάζουν θανατηφόρα «αλτ. τις ει…»

και συ τι να πεις, ποιος «τις ει»;

αυτοί θέλουν σύνθημα, παρασύνθημα κι άλλα τέτοια σίγουρα πράγματα, παστρικά και δικά τους!

ρίχνουν ανελέητα στο ψαχνό…

και συ τα μαζεύεις και πάλι φεύγεις, τι άλλο μπορείς…

ώσπου να πέσεις στην παγίδα τους: τους ξέφυγες τάχα, αλλά αυτοί, ύπουλοι, ύπουλα σε άφησαν να περάσεις, και δημιουργείς εδώ και κει κάτι σχέσεις πρόσκαιρες, πρόχειρες και εύθραυστες και μπερδεύεσαι μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες…* μέχρι να σου αποσπάσουν την ομολογία για τις αθέατες ιδιότητες και ιδιοτροπίες σου, που έτσι κι αλλιώς τις ξέρουν εκ των προτέρων, δική τους είναι η αρχή ελέγχου των αρχών δεδομένων!

σε θέλουν δικό τους αλλά, με τη δική σου θέληση, όμως, με το δικό τους νόμο!

αν πας να κάνεις τσιριμόνιες, ακούς τις σειρήνες, βλέπεις να φτάνουν αναβοσβήνοντας οι κοκκινογάλαζοι φάροι, ούτε προλαβαίνεις να διαβάσεις το αναστροφογραμμένο ambulence, είσαι κιόλας καλωδιωμένος, μέσα του, σε απόλυτη καταστολή!

————————————————————————————

από το παράρτημα αποκατάστασης δεδομένων πήρε εξιτήριο πριν μια βδομαδα… του όρισαν να πάει να του αφαιρέσουν τα ράμματα σε πέντε μέρες… του είπαν πως είναι τελείως υγιής, το νιώθει κι ο ίδιος βέβαια αναγνώστη μου… του είπαν πως η πλαστική είναι αριστοτεχνική, δε θα φαίνεται τίποτα, θα εξαφανιστεί κάθε ίχνος επέμβασης… εξάλλου θα μεγαλώσουν και τα μαλλιά του…

και δε θα θυμάται τίποτα, άκουσε να λένε, κι ούτε θα ξέρει τίποτα…

τίποτα!

η επιστήμη σήμερα κάνει θαύματα αναγνώστη μου!

«μάλλον έτσι θα ναι…» είπε, γιατί και τους άλλους που έβλεπε, σε κανέναν δεν είδε να φαίνεται κανένα σημάδι… τίποτα!

τίποτα!

όλα όπως πριν, αναμενόμενο, αφού το άκουσε με τα ίδια του τ’ αυτιά! ότι τίποτα δε θα φαίνεται κι ούτε αυτός θα ξέρει τίποτα!

και πράγματι, τίποτα δεν ξέρει, πώς και τι, τίποτα!

όλα όπως πριν, κι αυτός…

.

———————————————————————————————-

υγ. «όσο μπορείς» Κ. Καβάφης

 

» έχω σιχαθεί να μην έχω το κουράγιο να είμαι το απόλυτο τίποτα»

Τζ. Ντ.Σάλιντζερ

η χώρα Ο «εμπνεύστηκε» από έναν άνθρωπο που θα ‘γραφε κάτι για τον εαυτό του αλλά… δεν ξέρει γράμματα!



στη χώρα 0 (iv)

τώρα, πώς κάποια στιγμή, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες*, στροβιλιζόμενος κι αυτός, βρίσκεται ξαφνικά εκτός τροχιάς, αδύνατο να το εξηγήσει… φαίνεται πως εν υπνώσει του κάτι συνέβη αιφνιδίως στο άτομό του!

(εδώ τόσα και τόσα φοβερά και τρομερά συμβαίνουν με αυτό το μυστήριο άτομο από εποχής Δημοκρίτου)

έφυγε λοιπόν από την τροχιά του κι αυτό ήταν όλο!

και μάλλον αυτό ήταν και το πιο δύσκολο της υπόθεσης!

επίσης, υποθέτει, και  το πιο ευαίσθητο πως ήταν, και πως ως τέτοιο, σκεφτόταν, εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ανεξάρτητης αρχής προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, «άρα κίνδυνος ουδείς» έλεγε…

έτσι λοπόν, κάποια απρόοπτη και ευαίσθητη στιγμή του, συνέβη ο εκτροχιασμός του… και χαρούμενος, όπως το ψάρι που ξεφεύγει από τα δίχτυα, σπαρταρώντας, αγαλλιάζει, «κουφάλες…»  λέει με σιγή ιχθύος, «έγινε η αρχή, τώρα που άνοιξε η τρύπα κι όλο θα μεγαλώνει, θα γίνει νταβαντούρι!»

βγαίνει από την τροχιά του κι αρχίζει τα δικά του… τα δικά του, πάλι, είναι δύσκολο να τα εξηγήσει, να φέρει κάποιο παράδειγμα έστω… » , δεν βοηθάει και η ιστορία, η επίσημη εννοώ» έλεγε, «αυτή υπάγεται στην αρχή κατευθυνόμενων δεδομένων, θα έλεγα πι χι για… τέλος πάντων, φταίει είπαμε η καριόλα η ιστορία, που θάβει τα καλύτερα κομμάτια και βγάζει στον αφρό κάποιους κοπρίτες…»

την κοπάνησε και πελαγοδρομούσε σε υψοβαθές χάος, όπου έπρεπε τώρα να καθαρίσει από μόνος του πια μια άλλη, νέα πορεία του… κυρίως να τακτοποιήσει το  κέντρο βάρος του… τόσο του το χε στραπατσάρει η προηγούμενη, που πήγαινε μονόπαντα δίχως να το καταλάβει… αλλά και να ξεκαθαρίσει και κάποιες διαφορές! δικές του πάλι κι αυτές, με κανέναν δεν έχει διαφορές, μόνο με τον εαυτό του, είναι δηλαδή υποκειμενικού χαρακτήρα, έτοιμος για ριζικές αλλαγές και κυρίως έντιμες και ενεργητικές επιλογές, όχι πια άλλες παθητικές, ή έστω μέσες διαθέσεις και τέτοια μεσοβέζικα… κι εδώ ήταν τα πιο στρυμόκωλα!

πέφτει λοιπόν σε κάτι ατέλειωτους διαλογισμούς κι αναζητήσεις … και τα λέει κι έτσι κι αλλιώς… μονάχος του… και ξανά και ξανά… κάθεται και διαλέγεται νυχθημερόν μεθ’ εαυτού… ενώπιος ενωπίω και όταν επιτέλους πείθεται ότ έχει πειστεί, λέει καταληκτικά » … και μέχρις εδώ φιλαράκο, τα «διατί»! τέλος! φτάνουν και περισσεύουν…»

και κει που είπε πως ξέμπλεξε με τα αναπάντητα ερωτήματα και περιμένει μια κατάφαση, σιωπηρή έστω, από τον ενώπιόν του, ακούει αίφνης ένα κούφιο και ερωτηματικό «και λοιπόν;»

προς στιγμή ξαφνιάζεται… είναι που πίστευε πως είχε εμπεδώσει τη βεβαιότητα και δε σηκώνει αμφισβητήσεις κι αντιρρήσεις… κι ευκαιρία θέλει ν’ αρπαχτεί, «τι και λοιπόν ανόητε; τόσο καιρό τα λέμε έτσι κι έτσι… τόσα «διατί», θα τα κάνουμε κοκορέτσι…;»

ο ενώπιός του πιάνεται από εκείνο το ευτράπελο που του ξέφυγε, το κοκορέτσι, και συνεχίζει να κανει το χαζό, «εσύ τι λες να τα κάνουμε…;»

τέτοια ευτέλεια δεν την περίμενε…

ήταν απάντηση αυτή;

αντιπολίτευση του κάνει ο εαυτός του;

ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι του, τo τι βρισίδι έριξε δε λέγεται, ξεθύμανε και ηρέμησε…

και μετά τα λιάνισε ξανά και ξανά και τα ψιλόκοψε με όλες τις διαλεκτικές και τις επαγωγικές , για να καταλήξει πάλι «…γι αυτό λοιπόν, όλα αυτά τα «διατί μας», θέλουν τα «δια ταύτα μας», τα δικά μας δια ταύτα! κατάλαβέ το επιτέλους!», για να εισπράξει ξανά, αντί μια συγκατάβαση τουλάχιστον, ένα παγερό «αυτό είναι δηλαδή, θ’ αφήσουμε την τρέλλα να μας πάει πού..;»

ανατρίχιασε, όμως έκανε πως δεν άκουσε, δεν τα βγάζεις μερικές φορές εύκολα πέρα με το θρασίμι τον εαυτό σου…

αν είχε μπροστά του κάποιον άλλο,  θα του ‘σπαγε τα μούτρα!

κατάλαβε ότι σκούρυναν τα πράγματα και είπε να μη ρίξει λάδι στη  φωτιά…

ποιος όμως ξεφούρνισε την εξυπνάδα «και γιατί δε σβήνουμε τα «διατί μας», να δεις για πότε εξαφανίζονται τα » δια ταύτα μας», για να…»

η φράση έμεινε ημιτελής…

από το χαρακτηριστικ;o μακρόσυρτο χαρχαρητό στο λαρύγγι του κατάλαβε ότι το προϊόν επρόκειτο να του ‘ρθει κατάμουτρα, κάπως έτσι «χχρρρρρ, φφθθσστού σου, ρε», γι αυτό προτιμά να δώσει τόπο στην οργή και να λήξει εκεί η ιστορία, με την ικανοποίηση πάντως ότι, ούτως ή άλλως, βρίσκεται στο σωστό δρόμο…

νταβαντούρι όμως δεν είχε γίνει…

συνεχίζεται

———————————————————————————————————————

υ.γ. «όσο μπορείς» Κ. Καβάφης


στη χώρα του 0 (iii)

χρόνια οι νύχτες του ήταν γεμάτες πτώματα, κι αυτός περιφερόταν ανάμεσά τους…

τελευταία άλλαζε πλευρό κάθε τόσο, έπεφτε και σε παραμιλητά μαζί τους…

τι τους έλεγε; σπανίως έβγαζε κι αυτός άκρη… φαντάζεται, έτσι και εκείνα, αν άκουγαν…

ρητόρευε ρητορείες … ενύπνιες!

«ε, σας ξέρω καλά πια» έλεγε, «σας έμαθα κι από την καλή κι από την ανάποδη, μετά από τόση συναπτή συνάφεια*  και συναναστροφή, ίδιοι είστε κι εσείς, ίδιοι πανάθεμά σας, τάλε κουάλε σαν εμένα… τι εδώ, τι Λαμία, τι Βόλο, Πάτρα, …. παντού ίδιοι… νοικοκυρηδες άνθρωποι, βασικά και υγιή κύτταρα της  κοινωνίας, δεν τσιγκουνεύεστε τις καλημέρες, κερνάτε τσιγάρο και καφέ, πληρώνετε το ρεφενέ σας… σέβεστε τις γυναίκες των φίλων σας και του εργοδότη σας, τον ίδιο βέβαια τον γλείφετε ή και τον φοβάστε,  εκτός κι αν είστε του δημόσιου τομέα, ευρύτερου και μη, οπότε, και γυναίκα δεν έχει αυτός, και τον ίδιο τον έχετε γραμμένο στα γνωστά σας όργανα… τις νύχτες εκστασιάζεστε και σεις μπροστά σε αιμοσταγή κανάλια, μασουλάτε με λαίμαργα μάτια  σαβούρα και ριάλιτι εντόσθια που λερώνουν τις οθόνες, κι απολαμβάνετε ανά ημίωρο το βιασμό με το δάχτυλο, κάποιου που μας συνδέει «τόσο απλά με την τεχνολογία», από κάποιον άλλο, δίχως δάχτυλο, που λέει «όλος ο κόσμος ένα», εκείνον που καμαρώνει πως » είναι πάντα δίπλα μας» , που θέλει να «επικοινωνούμε», γιατί είναι λέει «η πιο σταθερή  μας σχέση», τον άλλον που καμαρώνει αυτάρεσκα πως  «είναι πάντα μαζί μας» κι ένα σωρό άλλους που νοιάζονται για μας, λέει, και σκίζονται για το συμφέρον μας… για ποια σχέση και επικοινωνία μας λένε τώρα εδώ τετραμελής οικογένεια με ισάριθμα κινητά και σταθερά, κι άμα τα μέλη της έχουν επικοινωνία εμένα να με φτύσετε! κι όσο για το συμφέρον μας, αυτοί βρε δε νοιάζονται για μας, αυτοί εμας θέλουν να ξεσκίσουν!»

τέτοια τους έλεγε, κι έπαιρνε φόρα κι αγόρευε…

«και συνεπείς πάντα στο καθήκον σας και στις υποχρεώσεις» έλεγε, «πληρώνετε τακτικά και έγκαιρα τους λογαριασμούς σας, φόρους, τέλη ανταποδοτικά και  μη, θητεία, νοίκι, κοινόχρηστα, συνδρομές, δάνεια, κάρτες, δόσεις, τι να φοβηθεί η ευνομούμενη πολιτεία μας από τέτοιους σαν εσάς πολίτες, ήσυχους και συνεπείς…προπάντον τέτοιους… ίσα ίσα σε σας βασίζεται , εσείς τη στηρίζετε, χάρη σε σας υπάρχει η πολιτεία, αλίμονο αν δεν υπήρχατε εσείς, ποιος θα πλήρωνε πάντοτε πρόθυμα κι αδιαμαρτύρητα όλα  της τα χρέη, αυτή τη λερναία ύδρα… ένα ξοφλάς, δύο σου μπαίνουν, αδύνατο να πατσίσεις! χρόνια και χρόνια στα θρανία ξεχρεώνεις μια δήθεν δωρεάν παιδεία και χρεώνεσαι αναπόσβεστα ανασφάλεια και αβεβαιότητα, ξεχρεώνεις με ιδρώτα την επιβίωσή σου και χρεώνεται ανεξίτηλα η ελευθερία και η αξιοπρέπειά σου, κι οι έρωτές σου υποθηκεύονται σε γαμικές συμβάσεις και νοικοκυριά για να διαιωνίσεις το είδος, για να ταΐσεις το πολυκέφαλο  και αχόρταγο τέρας… κι όλα, χρέη όψεως, επί τη εμφανίσει τους, δίχως προθεσμίες, αναστολές, αναβολές… χωρίς δικαίωμα δοκιμής και υπαναχώρησης… χωρίς την πολυτέλεια επιλογής, εξ’ ου και ο «επίλογος»!

(επιλεκτικός κι αυθαίρετος ο συνειρμός αναγνώστη μου;

μπορεί, αλλά του άρεσε…)

«χάρη σε αυτή τη στερητική μας πολυτέλεια» συνέχιζε τις ενύπνιες αγορεύσεις του, «καταντήσαμε τελικά ακατάδεχτοι… δίνοντας μόνον θέλοντας και μη, και δεν καταδεχόμαστε, πάλι θέλοντας και μη, τίποτα κι από κανέναν… κατά κάποιον παράξενο και μυστηριώδη τρόπο, που κάποτε θα εξηγήσει υποθέτω, η κοινωνιολογία της μετάλλαξης,  τέτοιοι γίναμε… α κα τά δε χτοι… ένα είδος αριστοκρατίας δηλαδή, όχι βέβαια με την έννοια της μεσαιωνικής τιτλουχίας ή της μοντέρνας γκλαμουριάς… και βέβαια! προς θεού! τίποτα το ανατρεπτικόν! αν είναι δυνατόν τοιούτον τι, την σήμερον ημέραν! σήμερα που, ο καλός μας φύλαρχος, ένας παγκόσμιος φύλακας άγγελος, περιπλέει και περιπολεί με τα αόρατα μάτια του τον πλανήτη, οριζοντίως, καθέτως και διαγωνίως, κι επιτηρεί τα πάντα, εντός, εκτός επί τα αυτά και άπαντα τα άλλα, και περιφρουρεί, λέει, την ελευθερία, τα δικαώματα και την ευημερία μας, την επί γης ειρήνη και ασφάλειά μας με τα έξυπνα, τα νοήμονα εργαλεία του… ένα αριστοκρατηλίκι κάθε άλλο παρά ανατρεπτικό! φφφ… πρόκειται για ένα καινοφανές είδος, άκακο κι ακίνδυνο, γίναμε κάτι σαν ομάδα ο (iv), με ρέζους ουδέτερο παρακαλώ! πανδότες… δίνουμε πάντοτε και σε όλους και δεν καταδεχόμαστε παρά μόνο  από τον ευατό μας, τρώμε τις σάρκες μας, έτσι μου ‘ρχεται να το πω  αλλιώς: τρεφόμαστε απο τα περιττώματά μας… σκατά γινήκαμε, να τι ήμαστε… τέτοιο αριστοκρατηλίκι! είδος παραγωγικό και προϊόν μαζί, ανακυκλούμενο και διαρκώς αναλώσιμο, πανηγυρική απόδειξη του νόμου της αφθαρσίας… κύκλος αδιάκοπος, χωρίς αρχή και τέλος, σπέιρα… κύκλος κλειστός, αιχμαλωτισμένος ανάμεσα σε αδιατάρακτες και αδιάσπαστες  φυγοκεντρομόλες δυνάμεις, τροχιά προδιαγεγραμμένη…. και στροβιλιζόμαστε έτσι ατέρμονα και αέναα… στροβιλιζόμαστε, στροβιλιζόμαστε, στροβιλιζόμαστε…»

τέτοια στο παραμιλητό του, και άλλα, ων ουκ έστιν τέλος…

————————————————————————————————

* “όσο μπορείς”- Κ.Καβάφης

συνεχίζεται…


στη χώρα του 0 (ii)

και ξαφνικά σηκώθηκε!από καιρό ήθελε, όπως, φαντάζεται,  κι οι άλλοι…

αλλά φοβόταν…

τι;

ούτε και ο ίδιος ήξερε…

μπορεί αυτούς τους άλλους, όπως, φαντάζεται,  κι αυτοί οι άλλοι…

είναι να μην τρυπώσει μέσα σου η ανασφάλεια, η μιζέρια, ο φόβος…

σηκώθηκε ξαφνικά και λέει στους άλλους, όπως, φαντάζεται, θα λέγανε κι αυτοί, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν έντρομος «γιατί εγώ κι όχι κάποιος άλλος», αλλλά ήταν ήδη πολύ αργά, είχε σηκωθεί επισήμως και με τρόπο που δεν υπονοούσε πως πάει για κατούρημα, σκέψη τελευταίας στιγμής, που την απέρριψε ακαριαία ως δειλόφρονα και απάξιά του…

σηκώθηκε λοιπόν και ψιθυρίζοντας μέσα του ευχές και προσευχές και «ότι θέλει γενέσθαι μετά των … αλλοφίλων», λέει δίχως περιστροφές, σκέτα, «εγώ τέρμα»!

σούσουρο γύρω του και μικροπανικός, στραβοκοιτάγματα, μορφασμοί ειρωνικοί και δεικτικοί…

για μια στιγμή αμφέβαλε, κι επανέλαβε «ε, ναι, τέρμα», για να πειστεί ότι ήταν αυτός που μίλησε…

τινάχτηκαν οι άλλοι τσιγκλισμένοι, «έλα δω ρε, που πας να μας πουλήσεις δίχως να πληρώσεις…»

επιστράτευσε όση μπορούσε ψυχραιμία έτοιμος να κατααρρεύσει, «αφήστε το…» είπε, κοιτώντας πέρα μακριά, με κάποιον δήθεν ρεμβασμό, «δεν γίνεται τίποτα, γίνεται; το είπατε και σεις, μόλις το είπατε, σχήμα λόγου βέβαια, αλλά με βολεύει… να πουλήσω χωρίς να πληρώσω, είπατε, δεν πάνε αυτά τα δυο μαζί, πάνε; γίνεται να πουλήσω και να πληρώσω; αν αγόραζα, ναι, μάλιστα να πληρώσω, αγόρασα μήπως τίποτα; όχι βέβαια… κι ούτε πούλησα τίποτα… και άρα τίποτα δεν πληρώνω…κι άμα θέλετε κι εδώ όρους αγοράς και εμπορίου, ε ναι ρε, πούλησα, ξεπούλησα και δεν πήρα φράγκο! το ίδιο φαντάζομαι και σεις, ε;»

σταμάτησε και τους κοίταζε έναν προς έναν, το μάτι του γυάλιζε λίιγο…

εκείνοι τον έβλεπαν περίεργα κι ύστερα κοιτιόντουσαν μεταξύ τους…

«καταλάβατε;» ρώτησε και περίμενε…

«ε, ούτε κι εγώ!» είπε χαμογελώντας πονηρά και περίμενε λίγο, «γι αυτό λοιπόν, εγώ, τέρμα» έκανε με έμφαση, και πήγε να φύγει…

«κάτσε κάτω», πέσαν οι άλλοι πάνω του σαν γύπες πεινασμένοι κι αιμοβόροι, «εξηγήσου κι άσε τα σοφίσματα»!

τον κρατούσαν με τα αόρατα δεσμά, κι αυτός από αυτά κρατιόταν, να λέμε την αλήθεια, εκείνης, της «πολλής συνάφειας» και εκείνων των «καθημερινών τους συναναστροφών» *

δε θα τα έσπαγε εύκολα, αναίμακτα ούτως ειπείν…

έμεινε αιχμάλωτός τους μέσα σε κενό σιωπηλής και ανήσυχης αναμονής, περιμένοντας την κανιβαλική τελετουργία… την ξέρανε δα όλοι τους καλά αυτή τη διαδικασία…. σάμπως τι άλλο διακονούσαν και περίμεναν τόσα χρόνια συναγμένοι πότε δω και πότε εκεί… ακόμα κι όταν ο κορεσμός φτάνει στην αηδία, η λαιμαργία για ένα νέο τερψιλαρύγγιο δημιουργεί την αυταπάτη μιας νέας πείνας, την ακράτητη επιθυμία απόλαυσης και άλλης γαστριμαργικής και πάσης εν γένει ηδονής, μέχρι  θανάτου… κι άρχιζαν πάντα από το κεφάλι… επιμένανε ειδικότερα εκεί, συγκεκριμένα στο πρόσωπο, ιδιαίτερα στα μάτια και στο στόμα, από κει ραμφίζανε, ούτως ειπείν, τα μέσα τους ο ένας του άλλου…

τι και πώς να εξηγήσει τώρα, δεν ήξερε τι να τους πει και πώς να το πει, ούτε ήξερε γιατί ήθελε να πει αυτό που δεν ήξερε να πει και πώς να το πει, έπρεπε όμως κάτι να οπωσδήποτε να πει!

«κοιτάξτε…» μίλησε, «ακούστε… είναι πολλά και μπερδεμένα, σηκώνουν μεγάλη συζήτηση…καλύτερα να τα ‘λεγα, να τα εξηγούσα εγγράφως, όταν μπορέσω βέβαια, αργότερα… τώρα έχω ένα πρόβλημα στα δάχτυλα, κάνοντας να γράψω πονάνε αφόρητα στις γωνίες του bic και πετάνε κάλους… ίσως χρειάζομαι μια γραφομηχανή, άκουσα πως υπάρχουν και ηλεκτρικές, ηλεκτρονικές, χτυπάς τα πλήκτρα κταακ, κτακ, κτικ, κτικτακτατατακρτικτακ, κτικ, κι αλλάζουν οι αθεόφοβες αυτόματες σειρές, μάλιστα δε διορθώνεις με σβηστήρες, σβήνεις επί τόπου τα λάθη και τα ημαρτημένα σου… ύστερα είναι και το τηλέφωνο, α, δεν σας το είπα, μου δίνουν τηλέφωνο! η αίτησή μου εγκρίθηκε επιτέλους μετά από τριάμισι χρόνια, την είχα υποβάλλει αρχές του ’72 μόλις πήραμε το σπίτι… με είχανε μπερδέψει, λέει, με κάποιον κουκουέ, λόγω συνωνυμίας, αλλά κουκουές ξεκουκουές, πάει πέρασαν αυτά πια, θα μπορώ στο εξής να σηκώνω το ακουστικό όποτε θέλω από το σπίτι και ¨έλα μ’ ακούς¨, έκανε την παραστατική χειρονομία με τον αντίχειρα στο αυτί και τον μικρό στο στόμα…

έμεινε λίγο έτσι κι αναρωτήθηκε τι ήταν αυτά που έλεγε…

«αυτά που λέτε…» μουρμούρισε

τους κοίταζε πάλι έναν έναν, έβλεπε να περιμένουν σαν αρπακτικά, «τι άλλο…» ψέλισε γενικά και αόριστα…

έβγαλε το μαντήλι, «τι λέγαμε…;», σκούπισε τον ιδρώτα του…

«α, για το σπίτι, το θυμάστε, στο πάρτι που το εγκαινιάσαμε και πλάκωσε η ασφάλεια επειδή εκείνος ο ηλίθιος από απέναντι μας κάρφωσε ότι ακούγαμε και τραγουδούσαμε «ήλιε ήλιε αρχηγέ» του Διονύση, ανατρεπτικό τάχα… θ’ αργήσουμε βέβαια να το ξοφλήσουμε, θέλαμε ρετιρέ, αλλά δε μας βγήκε, έχει κι αυτό τα υπέρ και τα κατά του, τακτοποιήσαμε σαφώς όλα τα ηλεκτρικά μια χαρά, ψυγείο, κουζίνα, στερεοφωνικό, τηλεόραση, σκούπα, πλυντήρια, τα πάντα και …α, ναι, το αυτοκίνητο το ξέρετε, honda civic, τσίλικο, με δόσεις βέβαια κι αυτό, τώρα, λέμε να αλλάξουμε  τηλεόραση, να πάρουμε έγχρωμη, την είδατε τη διαφήμιση; την παραγγείλαμε, που λέτε, κι όπου να ναι μας έρχεται, άκουσα κάτι και για βίντεο, βιντεοκλαμπ, …, δεν ξέρω, ξέρει κανείς σας;»

τον κοίταζαν αμίλητοι…

ιδρώτας, μαντήλι, σκούπισμα και πάλι…

«τι μένει μετά; α, ναι, λέμε να βάλουμε μπρος για κανένα εξοχικό, αργότερα, λίαν προσεχώς, το προλαβαίνουμε φαντάζομαι… το ξέρετε βέβαια, ή «Αύρα», το «Τιτάνια», η «Οαση», ο «Ορφέας» * έκλεισαν, όπου να ναι θα κλείσουν και τ’ άλλα σινεμά, γίνονται πολυκαταστήματα, γίνονται πολυκατοικίες και σούπερ μάρκετ… θέατρο δεν υπάρχει, εκείνο το ρημάδι το ωδείον, σαν μαυσωλείο, σαν κενοτάφιο, απορώ γιατί το κάνανε…άκουσα, τ’ ακούσατε κι εσείς; κάτι πάει να γίνει με ένα Θεσσαλικό…; για να δούμε όμως… ευτυχώς που έχουμε τουλάχιστον την τηλεόραση… θα προλάβουμε πιστεύω και το εξοχικό…»

δεν είχε τι άλλο να πει, πήρε βαθειά ανάσα, σκούπισε τον ιδρώτα του…

«καταλάβατε;» ρώτησε, κι έτσι για να κλείσει το λογύδριό του «να, αυτά…» είπε και … κάθισε!

κι όση ώρα αράδιαζε ξαναμμένος με ύφος βλακώδες το παραλλήρημά του, εκείνοι  υπομειδιούσαν με βλέμμα «ότι θυμάται, χαίρεται…» έδειχναν πως μάλλον τον παρεξήγησαν κι άρχισαν να  τον ξεχρεώνουν με κάποια καχυποψία βέβαια κι επιφύλαξη…

στο τέλος, ελαφρώς πως εκνευρισμένοι χαμογέλασαν ανακουφισμένοι κι επανήλθαν στο πάντοτε κάθισμα βαθύ στις πολιθρόνες τους… «ειπαμε κι εμείς…»πάλι στο βλέμμα τους, σάμπως και τι είπε δηλαδή; από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα είπε!

αυτός ήθελε να φύγει  όπως το είχε αποφασίσει και τους το είχε πει, μα ένιωθε το κλίμα δεν ευνοούσε κάτι τέτοιο ακόμα…

έμεινε λοιπόν στη θέση του ανάμεσά τους, αμέτοχος εφεξής με μια γεύση πικρής στάχτης στο στόμα, αυτή που αφήνουν τα αποκαΐδια…

κι όπως οι άλλοι άρχισαν πάλι τα ίδια συναξάρια, βλέποντάς τον κι επιτηρώντας τον ενίοτε καχύποπτα, σκεφτόταν πως δε θα ξαναβγει σε αυτό το αχανές κενό… και που βγαίνει, σάμπως τι βγαίνει;

πάντως όταν πήγε να κοιμηθεί, έπεσε ικανοποιημένος, ευτυχής μπορεί να πει, που, χωρίς να θέλει και δίχως να καταλάβει, τους μίλησε για τους ανεξιχνίαστους φόνους και τους ύπουλους δολοφόνους… για θύματα όμως λέξη, τίποτα δεν είχε πει… και τι να λεγε;

«τι περιμένεις από πτώματα;…» αναστέναξε, «σάμπως εγώ …τι; πρώτος και καλύτερος…»αναστέναξε πάλι και με αυτά συνέχεια μπλεκόταν, τα πτώματα, γι αυτό κι ο ύπνος του δεν ήταν ήρεμος…

————————————————————————————————-

* “όσο μπορείς”- Κ.Καβάφης

* παλιοί κινηματογράφοι στη Λάρισα

συνεχίζεται…


στη χώρα Ο (i)

συνέβαινε μεσούσης της δεκαετίας του ΄70…

σε όλες τις επαρχιακές πόλεις της αθηναϊκής αυτοκρατορίας εν ελλάδι συνέβαινε!

όχι πως δε συμβαίνει και σήμερα…

κι άσε τι λέει ο καλός μας ο Διονύσης, τι έφτιαχναν ή τι φτιάχνουν «των ελλήνων οι κοινότητες…»

μαράζωναν, μελαγχολούσαν κι ευτελίζονταν πληθαίνοντας σε κόσμο, αγρότες λίγης και άγονης γης, ξωμάχους χωρικούς και ανεργία…

πλήθαιναν επίσης σε πολυκατοικίες, αυθαίρετα, και χαμοκέλες…

σε καφενεία και ουζερί πλήθαιναν, σε καφετέριες , πιτσαρίες , χασαποταβέρνες και γεμάτα γήπεδα, σε παμπ, μπαράκια και σκυλάδικα…

με αντένες πλησίστιες…

αυτές κι αν πλήθαιναν σε υψίπεδα μπετόν, σε κεραμίδια, σε στέγες από λαμαρίνες και αμίαντο…

στέγες που έπλεαν φωταγωγημένες στο γκρίζο και στη νύχτα…

έπλεαν είπα;

χα, ναυαγισμένα σαπιοκάραβα ήταν μεσοπέλαγα της ερημιάς, περιφέροντας μεσίστιες τις ψυυχές τους σε κόσμους telefunken, philips, grundig, mitsubishi… κλπ

και οι επαρχιώτες, επιβάτες, για τη γενιά , λέω, που μεσ’ τα μισά του λαβυρίνθου της κόψανε το μίτο…

κάποιοι απελπισμένοι ή ριψοκίνδυνοι, μαγεμένοι από το τραγούδι της πρωτεύουσας σειρήνας, έριχναν μαύρη πέτρα πίσω τους, και, ο σώζων εαυτόν σωθήτω, βουτούσαν για τις δικές τους οδύσσειες…

κι ανάθεμα αν, με τόσους κύκλωπες και λαιστρυγόνες, κίρκες και λωτοφάγους, βγήκανε κάποιοι στο ακρογιάλι κάποιας Ιθάκης…

οι άλλοι, οι πιο πολλοί, εκόντες άκοντες σεργιανούσαν σαν τα φαντάσματα στα σάπια καταστρώματα, ακουμπισμένοι στις σκουριασμένες κουπαστές, ρεμβάζανε ανύπαρκτες ανατολές , δύσεις κάλπικες και άφαντα φεγγαρόφωτα, συνδιαιτώντο ευωχούμενοι σε σαρακοφαγωμένες τραπεζαρίες, και συναθροίζονταςν σε αραχνιασμένα σαλόνια, στα προσήλια ή σκιερά αίθρια, αραχτοί σε κουρελιασμένους καναπέδες, σαθρές πολιθρόνες, ξεχαρβαλωμένες σεζ  λονγκ…

τέτοιο σαπιοκάραβο! ερείπιο αναγνώστη μου!

αυτές, τέτοιες ήταν οι καθημερινές συνάξεις τους…

άχαρες, θλιβερές και ααδιέξοδες…

να μπλέκουν σε ατέρμονες συζητήσεις  και ανούσια συναξάρια για ότι δήθεν τους αφορούσε, αυτούς τους ίδιους και τον κόσμο ολάκερο!

σαράβαλα κουβέντες, συμφωνοδιαφωνίες, να λένε και να λένε, για να μη μείνει άηχη η σιωπή τους, να μην αφήνουν αφανή την ουσιαστική τους απουσία…

τέτοιες οι συναθροίσεις τους, μίζερες και απατηλές…

για να περνάνε σκουντηχτά και σπρώχνοντας τις ώρες, τις μέρες, τα χρόνια…

προσμένοντας κάτι αλλιώτικο, καινούριο, ζωογόνο και αξιοπρεπές…

πλέοντας κι αυτοί, ο καθένας στα δικά του μυστήρια πελάγη, ταραγμένα από κύματα που σήκωνε εκείνη με την ψαρίσια ουρά αδερφή του Μεγαλέξαντρου, του Μεγαλέξαντρου του καθενός τους, που δεν έλεγε να την εξευμενίσουν τα χαϊδολογήματα των «ίσως», «ενδεχομένως», «μπορεί» τους…

μα με χαϊδολογήματα δεν ταρακουνιέται η ελπίδα η ακύμαντη, αυτή που λεν πως πεθαίνει τελευταία…

τελευταία είπα;

χα, αυτή ήταν το πρώτο φάντασμα που περιφερόταν ανάμεσά τους, κουρελιάρα, ζητιανεύοντας ζωή από αυτούς…

ποιον δηλαδή κορόιδευαν με τέτοιες ανοησίες του «πιθανόν», «μάλλον», «δεν αποκλείεται»…

όταν η μοναδική τους βεβαιότητα αναγνώστη μου, ήταν  η κοινή και απαράλαχτη ταυτότητά τους, έτσι καθώς «μες στην πολλή συνάφεια» και «των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία»  * και τα λοιπά του ποιητή, βλέπανε πια ο ένας τον άλλο σα να κοίταζε ο καθένας τα μούτρα του στον καθρέφτη, χωρίς λίγο κουράγιο να σηκωθούν και να τον φτύσουν πατόκορφα…

άλλο ρήμα βέβαια ταιριάζει στο επίρρημα αυτό, αλλά τέλος πάντων…

————————————————————————————————

συνεχίζεται…

* «όσο μπορείς»- Κ.Καβάφης


κλέβοντας…οπώρας

μέσα από το μάτι μιας βελόνας έβλεπα μια απέραντη ονειρική ακτή…

μέχρι που ένα μεγάλο, ένα τεράστιο κύμα που με αφορούσε άμεσα άρχισε να πλησιάζει από το βάθος του ωκεανού!

ο κόσμος σκορπίστηκε, άρχισε να τρέχει έντρομος εδώ κι εκεί, προσπαθώντας να γλιτώσει τον βέβαιο πνιγμό…

έστειλα ένα βιαστικό μήνυμα στον καλύτερό μου φίλο, κάτι σαν αποχαιρετισμό, λέγοντάς του πως είναι ο καλύτερός μου φίλος επειδή μόνο αυτός σκέφτεται να μου κάνει νοήματα μέσα από στίχους τραγουδιών!

…………………………………………..

έχω ακόμα την τύχη να πέφτω πάνω σε ανθρώπους που καταλαβαίνουν τι εννοώ κι ας μην έχουμε μιλήσει πολύ με άλλο τρόπο, παρά μόνο μέσα από μουσικές απόπειρες και κρυφά νοήματα μέσα από τις γραμμές ενός νοερού πενταγράμμου…

αυτοί οι άνθρωποι με συγκινούν βαθιά!

αναπτερώνουν το ηθικό μου και την πίστη μου στις ανθρώπινες σχέσεις που ξεφεύγουν από την πεπατημένη και ανακαλύπτουν μονοπάτια που θέλω παθιασμένα να διαβώ και, κυρίως, να αφουγκραστώ με ευγνωμοσύνη…

του είπα κι άλλα, μα δεν περιγράφονται εδώ και τώρα…

………………………………………………….

μετά ξάπλωσα στην άμμο και περίμενα τη θάλασσα, η οποία ήρθε τελικά με τερατώδη ορμή, με ανασήκωσε ψηλά, με τρόμαξε μα δεν με σκότωσε…

ήμουν η πρωταγωνίστρια μιας ταινίας και υποδυόμουν όλους τους ρόλους!

τους καλούς και τους κακούς!

……………………………………………………….

αυτό σημαίνει πως, ακόμα και αν ήμουν η νικήτρια σε μερικά πράγματα, με τίποτα δεν θα έπαυα να είμαι συγχρόνως και η χαμένη εεε;

………………………………………………………

μετά σκέφτηκα πως κάποτε θα θελα να γίνω συγγραφέας…

μετά, ότι θα θα ερωτευτώ τον ιδανικό εραστή του πρώτου μου διηγήματος και θα περάσουμε τη ζωή μας ακούγοντας μουσική και μυρίζοντας τις σελίδες των ωραίων βιβλίων μας!

οι φίλοι μας θα είναι  αγόρια και  κορίτσια με σπουδαία έμπνευση!

περιττό να προσθέσω πως θα ζούμε όλοι μαζί σε ένα σπίτι αγροτικό με ακατάστατο κήπο και θέα σε μια θάλασσα, γράφοντας και διαβάζοντας διαρκώς!

τα δάχτυλά μας θα είναι βαμμένα με μελάνι!

τα φιλιά μας παραμυθένια!

……………………………………………………..

έχω ήδη ένα μέρος στο νου μου αλλά είναι δε θα αποκαλύψω εδώ τέτοιου είδους λεπτομέρειες…

…………………………………………………………….

μετά σα να ξύπνησα κάπως αλλά  σκέφτηκα πως δεν είναι ώρα να ξεφύγω από τις βαθειές επιθυμίες μου, άρα είναι ώρα να βυθιστώ ξανά στο μαξιλάρι μου, αλλιώς θα κινδύνευα να χάσω το ραντεβού μαζί τους…

σκέφτομαι πως κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικά ολέθριο, μιας και η σχέση μας -όλων εμάς- βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε μαλακά όνειρα των τεσσάρων λεπτών που αντλούν το περιεχόμενό τους μέσα απ’ το συνεχές καθημερινό μας «κυνηγητό»…

βάζω ευλαβικά το τελευταίο άσμα-συμβουλή του Άντονι και ανυψώνομαι απ το στρώμα καθώς ανυψώνονται  μεθοδικά τα μεγαλοπρεπή κρεσσέντα του…

στη μέση του τραγουδιού έχω σηκωθεί από το κρεβάτι, έχω πετάξει από πάνω μου σαν βαρύ ρούχο που με ιδρώνει την κάθε σκέψη μου και αρχίζω να στροβιλίζομαι ξέγνοιαστα σε μια φανταστική πίστα γεμάτη με … «είναιεύκολοναμεαγαπήσεις» ανθρώπους!

δίπλα μου ο Ζιλ με παρασέρνει σε όλο και πιο εξτραβαγκάν φιγούρες, απελευθερώνοντας με  ένα του συνθηματικό χαμόγελο –όπως πάντα– τον καλύτερο εαυτό μου!

πάνω από τα ζαλισμένα κεφάλια μας μια πολύχρωμη λαμπερή ντισκόμπαλα στριφογυρνά ευτυχισμένη και μας φωτίζει ασημί!

στον κήπο οι λεμονιές είναι γεμάτες κίτρινα φρούτα κι εμένα το όνομά μου είναι Ζοσλίν…

εσχάτως νομίζω πως έσπασα το μετρητή-μικροτσίπ με τον οποίο γεννήθηκα εκείνο τον ιούνη…

ο μετρητής αυτός έδειχνε τα επίπεδα της  προόδου μου στα συναισθημαθηματικά, ναι ξέρω καλά τι λέω, την οποία επεδίωκα –και μέχρι ένα βαθμό επετύγχανα– με τους ανθρώπους!

ήταν ένας τζιπιές μετρητής συναισθηματικής πορείας, φυτεμένος στην καρδούλα μου!

κι έτσι όλα ήταν κανονισμένα, ελεγχόμενα, καταγεγραμμένα στο εσωτερικό κομπιουτεράκι μου!

τον έσπασα για να μη μετράει, για να πάψει να υπολογίζει και να με παραπλανεί…

τα συναισθήματα θα πρέπει να κινούνται αυθαίρετα, να πηγαινοέρχονται εκτός σχεδιαγράμματος, μακριά από στατιστικούς πίνακες ύφεσης ή ανόδου… μου ψυθίρισε φέρνοντας το στόμα του στο αυτί μου

σαν μαγικά κόκκινα χαλιά! συνέχισε μιλώντας μέσα στο μισάνοιχτο στόμα μου

κι εγώ να είμαι ελεύθερη να κινούμαι εντός και εκτός ορίων τους χωρίς να με πνίγει η μελαγχολία και η τεχνολογία μιας καρδιάς που λειτουργεί με βηματοδότη, απάντησα καταπίνοντας τη φωνή του…

έννοιες όπως σεβντάς, παράπονο, μεράκλωμα και τα συναφή ανέκαθεν μου προκαλούσαν ανάμεικτα, για να μην πω αρνητικά, συναισθήματα…

από τη μια αρνιόμουν πως θα ήταν ποτέ δυνατόν να τις νιώσω και να με αφορούν προσωπικά, καθώς είχα τοποθετηθεί στο αντίθετο ημισφαίριο της συναισθηματικής υδρογείου, όπου κάτι τέτοια παραήταν στοιχειώδη και κενά νοήματος για μια εκλεπτυσμένη προφεσσόρα φιλολογίας, άρτι εκπεσούσης σε ανάρμοστες μεθόδους κτήσης υλικών νοημάτων επιβίωσης που προτιμούσε να εκφράζεται υιοθετώντας διαφορετικούς όρους αισθηματικής αγωγής και συμπεριφοράς…

από την άλλη βέβαια, και με τον καιρό κατάλαβα

–με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε αργά ή γρήγορα τα σπουδαία πραματάκια της ζωής μας–

πως όσο πιο γρήγορα παραδοθώ σε όλα εκείνα τα επίμονα και διαπεραστικά συναισθήματα που εκφράζουν τις πιο ευάλωτες πτυχές μου και είναι ξένα στις αρχικές επιλογές της συμπεριφοράς και της πόζας  που υιοθετώ, τόσο πιο εύκολα θα καταφέρω να απελευθερωθώ από τα διάφορα διανοητικά κλισέ και να μπω στον κήπο…

και δε μου λες; στις αρχικές επιλογές της συμπεριφοράς και της πόζας  που έπαιρνες τότε που είπες να ασχοληθείς με το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την αποδόμησή του, αυτά τα ίδια κλισέ σε είχαν εγκλωβίσει τόσο που είπες από δω και πέρα να βγεις από τον κήπο και να χωθείς στα βιβλία πάλι;διέκοψε το μμοόλογό μου ο Ζιλ

δε θα ξανακλέψεις πια;επέμενε

τώρα πια διαβάζω στον κήπο, αλλά δε σταμάτησα να κλέβω γλυκέ μου, απλά τώρα κλέβω κουβέντες από διπλανά τραπέζια και φαντάζομαι ζωές…

εικάζω συνθήκες και οραματίζομαι καταστάσεις, παρατηρώ γόνατα, δάχτυλα και λαιμούς αγνώστων, λαθρεπιβιβάζομαι για λίγες στιγμές στα οχήματα των ματιών τους κι ανεβοκατεβαίνω κλίμακες σύμφωνα με το φόρτο της στιγμής, του απάντησα με βλέμμα χωμένο στα δάχτυλά του

και γω έξυπνη το ίδιο κάνω, κλέβω τη δική μας στιγμή, όταν λείπεις, για λίγο τη σφετερίζομαι ,σε κάνω δική μου, κι έπειτα σ’ επιστρέφω σεμνά κάνοντας πως δεν συνέβη κάτι, πως δεν συνέβη τίποτα…μου ανταπάντησε βουτώντας τα μάτια μου απ τα κουμπακια ανάμεσα

ας βγούμε στον κήπο με τις λεμονιές και τα κίτρινα φρούτα κι ας συναγώνιστούμε λοιπόν ποιος θα κλέψει ποιον , γλυκέ μου συνένοχε…




ταχυδρόμος…

για μέρες ένα χαρτάκι με μια διεύθυνση έκανε βόλτες μαζί μου…

για μέρες είχε βρει καταφύγιο στην τσέπη ενός μπουφάν…

για μέρες φόραγα το ίδιο μπουφάν…

μια μέρα όμως …

ίσιωσα το κορμί …

δεν είναι εύκολο να τα βάζεις με μια κλειστή πόρτα!

είχε ένα παράθυρο σε σχήμα ρόμβου,
με αυτό το σαγρέ κρύσταλλο
διάφανο σε υποψίες και φόβους…

χτύπησα
όχι δυνατά
όσο χρειάζεται για να πω μετά : “χτύπησα”
τόσο!
για μια στιγμή φοβήθηκα από μια ριπή σκιάς στο γυαλί…
νόμιζα πως θα άνοιγε η πόρτα κι έκανα να φύγω, μα γύρισα…
ξαναχτύπησα…
αυτή τη φορά πιο δυνατά

βήματα πλησίασαν την πόρτα , πλησίαζε επιτέλους κοντά μου, μα χωρίς να ανοίξει ρώτησε : «ποιος είναι;»
«ταχυδρόμος»
«υπάρχει γραμματοκιβώτιο… άφησέ τα εκεί»
αναγνώρισα τη φωνή του

έριξα το δεματάκι και απομακρύνθηκα…
όχι πολύ…
«στάσου» φώναξε
όπως γύρισα να κοιτάξω χτύπησα στο δέντρο κι έπεσα…
«μου χτύπησες;» φώναξε
«σου χτύπησα» απάντησα

αναγνώρισε τη φωνή μου…

με τοποθέτησε στον καναπέ…

κυριολεκτώ!

εγώ νόμιζα ότι με έβαλε να καθίσω αναπαυτικά…

μετά είδα το βλέμμα του να πηγαινοέρχεται από το πρόσωπό μου σε κάτι άλλο, δίπλα μου, έξω από το οπτικό μου πεδίο…

μου μίλησε όρθιος…

«πονάς;»

μα καλά;αναρωτήθηκα, δε με αναγνώρισε;

κάποια στιγμή, δεν ξέρω αν κουράστηκε λίγο, αλλά έβαλε το πόδι του σε μια καρέκλα, στήριξε τον αγκώνα στο γόνατο, το σαγόνι στην γροθιά του, και κοίταζε σκεπτικός έξω απ’ το παράθυρο…

διέκοψα το σεργιάνι του στον κόσμο,εξάλλου για κάποιο λόγο έφτασα κοντά του, «ο έρωτας δεν συντάσσεται με προστακτική, τι πα να πει ερωτεύσου με; με την υποτακτική τα πηγαίνει καλύτερα, την έχει στο αίμα του άλλωστε…αν και η υποτακτική σε δεύτερο πρόσωπο είναι προστακτική από το παράθυρο…δε νομίζεις; για άκου αυτό : θέλω να με ερωτευτείς! ή ανοίγεις την πόρτα και φεύγω, η δραπετεύω από το ανοιχτό παράθυρο παίρνοντας και την κουρτίνα μαζί για αλεξίπτωτο…» φφφστ!το είπα και έφυγε ένα βάρος από πάνω μου…

(σιωπή)

έπαιξα νευρικά τα μάτια για να μη φανεί η υγρή συγκίνησή μου

«μου μπήκε ένα πετραδάκι…» δικαιολογήθηκα αν και δε ρωτήθηκα…

στηρίζεται στο ένα πόδι και η καρδιά μου στηρίζεται στο άλλο…

«εντάξει βγήκε!» ενημέρωσα αν και δεν ρωτήθηκα…

«συνήθως οι πέτρες υπονομεύουν το γυναικείο βήμα , όχι το βλέμμα…» είπε και με πλησίασε

δεν είχα αίσθηση του χρόνου , τα λεπτά μου φαίνονταν χρόνια και οι ώρες αιώνες

έπρεπε να βρω κάτι άσχετο να του πω…

αλλιώς θα του λεγα πως τον αγαπώ…

με πρόλαβε, «έχεις δουλειές; γιατί κοιτάς το ρολόι; αλήθεια τι ώρα ήταν όταν μου είπες «θέλω να με ερωτευτείς»;

«μπλέ και κόκκινο!ξέρεις όταν ήμουν μικρή, ο παππούς μου, μού ‘χε  μάθει να μετράω τον χρόνο με χρώματα γιατί δεν ήξερα να διαβάζω την ώρα… είχε βγάλει το γυαλί από ένα παλιό ρολόι, και είχα ζωγραφίσει με τις ξυλομπογιές μου σε ένα χαρτί στρογγυλό έναν κύκλο με έξι χρώματα…τον λεπτοδείκτη τον είχα σπάσει…» άρχιζα πάλι μια ιστορία απ’ τα παλιά όταν ένιωσα τη χούφτα μου μέσα στη δική του…

«λοιπόν Ζοσλίν, όταν η ώρα γίνει κόκκινη θα σου μαγειρέψω … σα να αδυνάτισε το χεράκι σου μου φαίνεται! κόντεψα να μη σε αναγνωρίσω» είπε παίζοντας με τα δάχτυλά μου…΄

«ξέρεις Μπισού;» είπα με κλειστά μάτια

(δεν πίστευα ότι είμαι ξύπνια)

«είμαι ξύπνια;» αναρωτήθηκα…φωναχτά

«έχεις τέσσερα χέρια;» γέλασε, γελάσαμε, γελάσαμε μαζί…

 


καιρό μετά…οι BadBrains ;

«…

περνάω πολύ χρόνο στήνοντας αυτί για τον ήχο της πόρτας που την σπάνε βαριοπούλες ή για εισερχόμενα πυρά, αλλά επικρατει εκκωφαντική ησυχία…

δε με έχουν δείρει ή πυροβολήσει , ούτε μού έχουν επιτεθεί εδώ και μήνες…

παραδόξως, ξυπνώ νωρίς, με διάθεση να σηκωθώ…

η διάθεσή μου είναι θετική, η υγεία μου συντριπτικά καλή…

τέτοια σθεναρότητα είναι ενοχλητική, γιατί δε μου παρέχει δικαιολογία για να μην κάνω κάτι…

…»

στο τραπέζι της κουζίνας , με μια στοίβα από όπλα και εξαρτήματα όπλων, ο Αλ κάθεται αφηρημένος σαν κάποιος που χει παραγγείλει πολλά και δεν μπορεί να τα φάει όλα, κρατώντας στο χέρι το γράμμα της προφεσσόρας…

τόσο καιρό, το μόνο που έκανε ήταν να διαλέγει κάποιο απ ‘ τα αντικείμενα που σκονίζονταν αραδιασμένα στο τραπέζι της κουζίνας και να το βάζει σε μια πορτοκαλιά τσάντα…

χιλιόμετρα μακριά ένα τηλέφωνο χτύπησε…

φοβόμουνα, λέει, είσαι ο μόνος άνθρωπος που μπορώ να του το πω…

πλεύρισα τη σιωπή, ώσπου έχοντας καταλάβει σε τι αναφέροταν, του απάντησα

δεν το ‘δειχνες πάντως…

γι αυτό πρόκειται, δεν ξέρεις ότι οι πιο τολμηροί κρατάνε ένα δωμάτιο δειλίας κενό;

αυτό είναι πολυτέλεια, του απάντησα, δε με χωρά ο τόπος…τι θα είχε συμβεί Αλ, αν είχα κάποια χρήματα όταν προσπάθησες  να με ληστέψεις;

θα είχα πάρει κάποια χρήματα και θα μουν ένα τίποτα!

αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι ότι θυμάμαι πως εξήγησα στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου ότι ήμουν άφραγκη, πώς και δεν το άκουσες;

ίσως να μην ήθελα…

σιωπή έπεσε στη γραμμή…

μάλλον και οι δυο μας κοιτούσαμε μερικές μνήμες στην οθόνη του κρανίου μας…

λοιπόν, που είναι ο Ζιλ; ξέφυγε η ερώτηση μετά από δυο ώρες σιωπής…

το αυτί μου είχε βυθιστεί στο ακουστικό

είχατε κανένα ραντεβού;μ΄ένα κοφτό γελάκι ακούστηκε πειραχτικός

όχι, αλλά έχει αργήσει σχεδόν μια ζωή, πράμα που με αναστατώνει γιατί συνήθως ήταν πολύ έως εξαιρετικά ακριβής ακόμα και στα δεκάλεπτα διαλείμματα που έκανε στην κωλοτράπεζα…

ανησυχώ μήπως του χει συμβεί κάτι πολύ άσχημο κι επίσης ανησυχώ

(αν και σε μικρότερο βαθμό)

επειδή κάποτε μου είπε πως η ζωή του είχε αρκετή ανακατωσούρα και χωρίς το πρόβλημα που ονομάζεται «Ζοσλίν» από πάνω…

απ ότι κατάλαβα προφεσσόρα μου, ο ταμίας σου, συνήθως με τις γυναίκες  είχε την αίσθηση ότι τον έχουν μπερδέψει με κάποιο πιο ενδιαφέροντα , πιο στιλάτο, πιο διασκεδαστικό και ότι όπου να ναι θα αποκαλύψει την πραγματική μου ταυτότητα….μόλις γίνει αυτό,κόβουν λάσπη…είσαι η μόνη που ξαναγυρνάς στον τόπο του εγκλήματος!

βρες τον, θέλω να κάνουμε μια χριστουγεννιάτικη σύναξη…


κατιτίς εκ βαθέων για το πόνημα…

βγήκαμε για το αποχαιρετιστήριο δείπνο…

ο  τύπος της Μεγάλης Αυλαίας μας περίμενε λες κι είχαμε συνεννοηθεί…

δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε, είπα

αυτό ήταν το τέλος , είπε ο Αλ

το μόνο που μένει είναι να μη λεκιάσουμε την υπόληψή μας με το να συλληφθούμε σε σούπερ μάρκετ ψωνίζοντας τοστ και ζαμπόν γαλοπούλας, είπε ο Ζιλ

να ξέρεις πότε να αρχίζεις και πότε να σταματάς, είπε ο τύπος

ήμασταν κουρασμένοι, κοιτώντας το μενού, κάναμε ο καθένας τον απολογισμό του ζημιουργήματός του

με τρόμο ανακάλυψα ότι ήμουν και πάλι αντιμέτωπη με επιλογές και προς μεγάλη έκπληξή μου, διαισθάνθηκα μια προτίμηση για λιτότητα, για μοναχικότητα, να κοιτάξω κάποιες σκέψεις που δεν τις σέρβιραν σε κανένα εστιατόριο πολυτελείας, μια Ζοσλίν θαμμένη από καιρό είχε βγάλει το χέρι της απ το χώμα, το βούτηξε στον πουρέ και σχημάτισε 9 νούμερα…έλειπε 1!

φάτο, έχω μια δουλίτσα, είπα και έσπρωξα το πιάτο προς τον Μπισού

μην ξεχάσεις να αγοράσεις σοκολατένιες σταφίδες, έδωσα ένα φιλί στον Αλ και του χωσα στην τσέπη το Θαλή

γύρισα την πλάτη μου στον τύπο και του έτεινα τις δυο κλειστές γροθιές μου

άγγιξε τη μια και του την άνοιξα…

μόλις είχα αφήσει μια μικρή μπλε πετρούλα πίσω μου…

βγήκα στο δρόμο, μια ομάδα πολιτών σχολίαζαν ότι μετά απ τα γεγονότα της ημέρας οι μπάτσοι θα έπρεπε να δωρίσουν τους μισθούς τους σε φιλανθρωπικά ιδρύματα…τους πρότεινα να τους κεράσω ένα ζεντέ!

το επόμενο βράδυ κοιμόμουν 3000 χμ μακριά… όταν χτύπησε το τηλέφωνο…

σιγά το δύσκολο! δε μου πήρε πολύ για να σε βρω…μόνο τρεις λάθος κλήσεις…

και με αυτή τέσσερις, απάντησα…

κατιτίς εκ βαθέων για το πόνημα…
αυτή εδώ την προσπάθεια να πω πραματάκια, τη νιώθω σαν την πρώτη και τελευταία εσωτερική προσπάθεια εσωτερικής διακόσμησης…

μπορεί να εξορυχθεί το μυαλο;

θα πείτε όχι, και όμως…μου φάνηκε ότι το σέρβιρα στο πιάτο με συνοδευτικά υγρά προς εύκολη κατάποση, αλλά πάντα θα αναρωτιέμαι μπας και θα πρεπε να το μασήσω κιόλας όπως μασώ τον καιρό περιμένοντάς σε;
δε θα ρυμουλκήσω Ζ,σύμβολα δηλαδή ζητητικής, θα μπορούσα όμως απλά να συνεχίσω…

και όταν με «πιάσουν» θα πω απλά ότι έθεσα τον εαυτό μου υπό περιορισμό, μιας και δεν μπορείς να εμπιστευθείς την αστυνομία ή την όποια καθεστηκυία τάξη να το κάνει…
θα αξίζει λέω τον κόπο να τους πω αυτό και μόνο!τι καλύτερη ατάκα!


Le Cinéma va à l´école

Blog dédié au projet eTwinning entre Grèce et Espagne du même titre

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Αυθόρμητες μεταβολές

του Λευτέρη Παπαθανάση

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ (*) ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ (*) ΚΑΠΟΤΕ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Redflecteur

About Art and Politics

απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

lerestnadine

This WordPress.com

Γιάννης Γρηγοριάδης

Ερμηνεύοντας την πόλη

Bouquet of dreams

Yes Darling, but is it Art?

Marionettes Inc.

No strings attached

Harry's Music

Harry Smith's Anthology of American Folk Music

Land Streicher

“Our battered suitcases were piled on the sidewalk again; we had longer ways to go. But no matter, the road is life.” Jack Kerouac