Tag Archives: μ.μ.

το είδωλο

BandeAPArt

έκλεισα την τηλεόραση,οι δυο φιγούρες μίκρυναν, έγιναν μια τόσο δα μικρή φωτεινή κουκκίδα κι εγώ πήγα στην κουζίνα να βάλω ακόμα μια τεκίλα… συνηθίζω να μην ανάβω φώτα πια, αρκεί ένα στο διάδρομο, κάθε φορά που έμπαινα στην κουζίνα,εδώ και καιρό, το βλέμμα μου πέφτει στο ανοιχτό τζάμι του παράθυρου και κει πάντα,δε ξεχνώ να δω το είδωλό μου…να το λοιπόν το είδωλό μου, ακόμα μια φορά…αλλά τι έβλεπε κανείς αν κοίταγε πέρα από αυτό; όχι και πολλά πράγματα… όσο ονειροπόλος άνθρωπος κι αν ήμουν, δεν είχα τη δύναμη του Ορφέα του Κοκτό, που περνούσε από υγρούς καθρέφτες κι έμπαινε σε φανταστικούς κόσμους… όχι, εγώ έμοιαζα και θα μοιάζω πάντοτε, περισσότερο στη μια από τις δυο φιγούρες που μίκρυναν μόλις έκλεισα την τηλεόραση, πίεζα τον εαυτό μου να μη δει στο τζάμι την υπέροχη και τρομερή πραγματικότητα που αποκαλύπτοταν μόλις δυο βήματα πίσω από την πλάτη μου… το προηγούμενο βράδυ είχα δει ένα νέο είδωλο, μόνο για μια στιγμή, γιατί αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια μου μπροστά στην έκπληξή μου, την υπέροχη έκπληξή μου που αποδείκνυε πως πράγματι έχω δυνάμεις φοβερές, αλλά ήταν τόσο ζωντανή, τόσο πραγματικό που ακόμα και τώρα προσπαθώ να διακρίνω τα ίχνη του, γιατί δεν μπορώ να πιστέψω πως το τζάμι δεν έχει μνήμη…είχε εμφανιστεί με κάμποσες λευκές σελίδες ρολό κάτω από τη μασχάλη,σκόπευε να μου χαρίσει τις φωτοτυπίες μιας ζωής, φορούσε ένα τζιν κι ένα μαύρο πουλόβερ, θέλησα να μείνει για ένα ποτό αλλά δεν είχε χρόνο, σαν όνειρο που διαρκεί δεύτερα, δούλευα όλη μέρα, είπε, νομίζω πως έχω πυρετό, απάντησα, ένιωθα πως έπρεπε να βρω μια διακαιολογία για να μη φύγει, έκανε επιθεώρηση να δει πώς, τι, αν έχει αλλάξει κάτι, αλλά εγώ διαισθανόμουν σαν να ‘θελε να πει κάτι σημαντικό… προχωρήσαμε στο καθιστικό, και ρώτησα αν ήθελε να μου κάνει μια χάρη… ναι φυσικά, μου απάντησε, μπορείς να ψηλαφίσεις το λαιμό μου; ρώτησα, τον λαιμό σου; έγειρα πίσω το κεφάλι αντί να απαντήσω, ναι το λαιμό μου, άγγιξέ τον απλώς, άγγιξέ τον και πες μου τη γνώμη σου… είχε χάσει κάθε δυνατότητα ελέγχου της κατάστασης,μιας ακίνητης και σιωπηλής κατάστασης! και τώρα, εγώ, αφού έκλεισα την τηλεόραση,κι οι δυο φιγούρες μίκρυναν,κι έγιναν μια τόσο δα μικρή φωτεινή κουκκίδα κι εγώ πήγα στην κουζίνα να βάλω ακόμα μια τεκίλα, χωρίς ν’ ανάψω φώτα, είδα ξανά το είδωλο… κι έμεινα δεν ξέρω πόση ώρα, ακίνητη και σιωπηλή, λες κι είχα βγάλει ρίζες, σταύρωσα τα μπράτσα μου, χαμήλωσα τους ώμους,κλείστηκα… όταν για μια ανεπαίσθητη στιγμή ένιωσα το χέρι στο λαιμό  κι έπεσα… ένιωσα πως λιποθύμησα, αλλά απλά είχα πέσει στην αγκαλιά του ειδώλου μου, αδέξια έπεσα, αλλά παρόλα αυτά επέμεινα σε αυτού του είδους την πτώση, έσφιξα τη σιωπή μου, έκλεισα τα μάτια στο είδωλό μου στο τζάμι κι είδα έναν κόμπο φτιαγμένα από νήματα των δικών μου βουβών φόβων και επιθυμιών που θα αντιστεκόταν γερά σε όσα δεινά μπορεί να μας επεφύλασσε το φως… γι αυτό συνηθίζω να μην ανάβω φώτα πια, αρκεί ένα στο διάδρομο!

η φωτογραφία από την ταινία Bande à part του Jean-Luc Godard…


πολυεπίπεδο…

προσαρμοζόμαστε ήμερα ικανοποιημένοι μ’ όσες τυχαίες παρηγοριές εναποθέτει ο καιρός και με γλιστερές και μπόλικες άδειες τσέπες…

σεπτέμβρης…

τον ακούς στο θρόισμα των φύλλων, τον διαπιστώνεις με τις αναχωρήσεις, τον συνδυάζεις με τις αναβολές ή τις μεταθέσεις σε απροσδιόριστο χρόνο, τον μυρίζεσαι μέσα από ανησυχίες…

τον ιούλη λόγου χάρη το θρόισμα των φύλλων είναι ανεπιτήδευτο, τώρα αποκτά μεταλλική οξύτητα και πλατιά μελωδία, το μεσημέρι βυθίζεται σε μια ακινησία, το φως του ήλιου που περνά ανάμεσα στις φυλλωσιές παραπλανά γλυκά θωπεύοντας τις πλάτες, κι αν τα φύλλα τα άτυχα πέσουν, θρύβουν ηχηρά κάτω από τα πέλματα…

τότε κάποιος σκέφτεται πως το καλοκαίρι μοιάζει διπλά πολύτιμο, όμως εγώ το φθινόπωρο το απαλό που επαγρυπνεί αγαπώ!

κι αν ψάχνω να βρω μια λέξη να του ταιριάζει, όσες κι αν σημειώσω, υπογραμμίζω ξανά και ξανά, το «πολυεπίπεδο»…


ασύμπτωτοι δέκτες…

ο καθένας χωριστά αλλά και όλοι μας ασύμπτωτοι δέκτες για σύντομες επιδοκιμασίες και φτωχά τα ελέη μας αφού με μέσα ύποπτα και στίχους, ομορφαίνουμε το φάλτσο μας, δείχνοντας το λίγο μας πολύ…
έχω μια παλιά κουνιστή πολυθρόνα, νοτισμένη από όξινο ιδρώτα, ακουμπώ στην πλάτη της τη δική μου και αφουγκράζομαι τις αφηγήσεις μου, μετρώ πλασματικά μεγέθη πισωγυρίζοντας νοητές σελίδες, τα δάχτυλά μου προσαρμόζονται στις επιφάνειές της, όπως πάντα εύκολα προσαρμόζομαι σε κάθε είδους δεδομένα παλιά ή νέα , εξάλλου είναι γνωστό πως η επανάληψη είναι η μήτηρ της μαθήσεως, και επίσης είναι και εκπληκτικό πώς αποδέχομαι απόηχους γεγονότων, πώς διυλίζομαι από μουσικές αιτίες, και πώς παρόλα αυτά μια χαρά τα φέρνω βόλτα καθώς μοιράζω εξυπηρετήσεις ή δέχομαι κατακραυγές για χίλιες και μία διοργανώσεις, διατυπώσεις, καθώς μοιράζομαι χρόνους και συνεργάζομαι ή δε συνεργάζομαι, μιλώ ή δε μιλώ, με θησαυριστές γνώσεων παντός είδους, και τελικά δεν αγωνίζομαι στο ίδιο ρινγκ αλλά εντούτοις προπονούμαι και αγωνίζομαι με πάθος και εγωισμό στην πλάγια παρατήρηση, στις προσπεράσεις, προφασίζομαι παραιτήσεις και προβάλλω τόση ψεύτικη ευγένεια όση χρειάζεται για να γίνω βαρετή κι ανυπόφορη και προφασίζομαι πως έχω μια δουλειά, ενώ δεν κάνω τίποτα παρά ένα ασταμάτητο μπρος πίσω με την πολυθρόνα μου αναζητώντας την προσαρμοστικότητά μου, μονολογώντας: το παραδέχομαι !
 …
έχω κι ένα τραπεζάκι με ελαφριά ύγρανση σκευών όπου αποθέτω τις ελαφρές σκέψεις μου, αλλά μη σας πέσουν βαριές φοβάμαι και γι αυτό δε θα τις γράψω τώρα…

ισοσκελώς;

τελικά εκείνο που η ιστορία, σαν επιστήμη ή σαν μύθος μπορεί να διδάξει, είναι πως η ζωή άλλο δε δικαιούται να ονομάζεται παρά μόνο  ότι γεννοβολάει πράξεις – κι ότι αυτοί που οι ζωές και οι ιστορίες τους τις ψυχές τους μπορούν να ταξιδεύουν, είναι αυτοί που παίρνουν ρίσκα, που σιχαίνονται κάθε συνήθεια κι εύκολα ξοδεύουν τον εαυτό τους – μα και κάθε ασφάλεια, που ‘ναι απ’το είναι της εντέλει σφαλερή, και χύνεται με άκρατη μανία…στην ανταρσία!

τι είναι άλλωστε η ζωή, αν όχι ένα μαύρο αστείο του σύμπαντος, στο οποίο ο περίγελος είναι ο καθένας από εμάς;

ποιες ισορροπίες προσπαθούμε να κρατήσουμε βουτηγμένοι και στα δάκρυα και στα χαμόγελα;

ποια aσφάλειa, έτσι ανόητα κυνηγούμε;

κρίμα που δε μας περιμένει κανείς ν’ αποφασίσουμε…

μα ξέρουμε, δεν υπάρχει πρόγραμμα σε αυτά τα δρώμενα, ούτε συντονιστής και τα λεφτά μας πίσω δε ζητάμε…

κι έτσι τελειώνω τώρα αυτή την εξιστόρηση, ταπεινοφρόνως,με ένα έμμεσης αιτιολόγησης σκέλος, πέρα απ’ όλα και πάνω, για να χαρώ, σε βάση καθημερινή, την ποίηση και να ξαποστάσω από των καιρών μου το δάκρυ και τη νέμεση, την απαξίωση και την προσβολή…


για το αύριο

πάνω σε μια κουπαστή ομιχλωδών φθόγγων από μεθύσια διάσπαρτων κυττάρων, θα σκαρώσω έναν εξαιρετικό στόλο εφοδιασμένο με τον κώδικα των γυμνασίων, με άφθονο και αφύσικο εμπόρευμα κι ένα κρυστάλλινο πουλί σε κάθε κουπί, οι πόλεις θ’ ανοίγουν τα παράθυρά τους τα πρωινά, κάτω από υποψιασμένες συννεφιές τα επίσημα χτίρια θ’ ανοικοδομούνται συμφώνως προς προφητικάς υποδείξεις, οι έκταχτοι ανταποκριτές θ’ αναζητούν ιδανικές διατυπώσεις για τα συμπεράσματά τους, μα εγώ, πιστή σ’ ένα χάρτινο πλήρωμα, δε θα εμπιστεύομαι άλλον κανέναν, μήτε καν τον πολικόν αστέρα, έτσι και μέχρι το νερό να τρέξει στο κατώφλι και να κυλήσει ο καιρός, να καλπάσει ένας απρίλιος επιθυμών, να ξημερώσει με τον τσαλαπετεινό, να τελειώσουν εγκαίρως με τα μερεμέτια τους οι συγγραφείς και ν’αφήσουν ήσυχα τα χελιδόνια να λερώνουν τα πέτα μας, να θυμηθεί κάποιος την αρμπαρόριζα, να τολμήσει ο διπλανός, να προφτάσει ο Μάιος,να κρατήσουν γερά οι λεμονιές, να μπαλωθούν γρήγορα οι ραφές,να φυσάει γιασεμιά, μια κατσαρόλα μύρτιλο, ψωμί και ζάχαρη, κι ένα ποτήρι να ξεδιψάσει το κουρασμένο μου από τα γυμνάσια, αύριο, να με κατακλύζουν σκέψεις που να μην μπορώ ούτε να αξιολογήσω, ούτε να ταξινομήσω, σκόρπιες και μπορεί χωρίς νόημα, τα χέρια μου ν’ αρχίζουν να κρυώνουν, όπως πάντα έτσι συμβαίνει όταν ξεχνιέμαι μοναχή μπρος σε νερό τρεχούμενο επειδή το κορμί μου είναι στο σήμερα και η καρδιά μου στο αύριο…


ενώ οι βατσιμάνηδες περιμένουν ακόμα…

εγώ ψάχνω το λιμάνι,προσπερνώντας τον κάβο…

Jean Claude Izzoτο μυθιστόρημα ανήκει στον  Ζαν-Κλωντ Ιζζό…

η ιστορία ξεκινάει ως εξής: το πλοίο Αλντεμπαράν ξεμένει στο λιμάνι της Μασσαλίας όταν ο απόπλους του εμποδίζεται με δικαστική απόφαση επειδή η πλοιοκτήτρια εταιρεία έχει χρέη, αποδεικνύεται ότι το πράγμα θα τραβήξει σε μάκρος και οι περισσότεροι ναυτικοί παίρνουν μια αποζημίωση και φεύγουν, όμως στο πλοίο μένουν μόνο τρεις, ο λιβανέζος πλοίαρχος, ο Αμπντούλ, ο έλληνας (ψαριανός μάλιστα) υποπλοίαρχος Διαμαντής κι ο τούρκος ασυρματιστής Νεντίμ, που ήταν να φύγει αλλά έχασε όλα του τα λεφτά και τα χαρτιά του σ’ ένα μπαρ του λιμανιού…

η ιστορία εκτυλίσσεται μεν στη Μασσαλία αλλά έχει και άφθονες αναδρομές στη ζωή των ηρώων, κι έτσι αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον για τον έλληνα αναγνώστη, αφού υπάρχουν αρκετές αναφορές στην Ελλάδα …

όμως για μένα το ενδιαφέρον βρίσκεται στην πρόγευση, αυτή που πήρα από το βιβλίο αυτό με την εμφανώς μη ικανοποιητική μετάφραση, ώστε να ξεκινήσω τη τριλογία της Μασσαλίας…

ας ξαναγυρίσω όμως στους τρεις χαμένους ναυτικούς…

ένας τούρκος, ένας έλληνας κι ένας λιβανέζος, μοιάζει σαν η αρχή ενός ανεκδότου , αλλά η αλήθεια είναι ότι οι ζωές των τριών ηρώων  -που το παρελθόν περνά από μπροστά τους σαν απολογισμός- κάθε άλλο παρά με ανέκδοτο που έχει πλάκα μοιάζει… εγκλωβισμένοι πάνω στο ακινητοποιημένο πλοίο, που σαπίζει και γεμίζει με κατσαρίδες, οι τρεις άντρες αναλογίζονται τα ταξίδια, τις ζωές μα κυρίως τις γυναίκες που αγάπησαν και άφησαν πίσω τους,ξεχασμένες ψυχές σε ένα λιμάνι της μεσογείου, τη Μασσαλία, ανάμεσα σε βαποράκια, πόρνες, νταβατζήδες, αρχιμαφιόζους, πληρωμένους φονιάδες  , προσπαθούν να αποδεχτούν ότι πρέπει να απαγκιστρωθούν απ’ αυτό που ήταν η ζωή τους στα κύματα και την αλμύρα και να βρουν ένα νέο σκοπό, ή και να μη βρουν……

οι περιπλανήσεις τους στα μπαρ του λιμανιού θα τους φέρουν κοντά σε δύο γυναίκες την ώριμη Αμινά και τη νεότερη Λαλά, σημαδεμένες κι αυτές από το παρελθόν και ειδικά η Αμινά από τον Διαμαντή που την αναζητούσε απελπισμένα, ξεχασμένες κι αυτές, ψυχές της Μεσογείου, προσπαθούν κι αυτές να αποδεχτούν ότι πρέπει να απαγκιστρωθούν απ’ αυτό που ήταν η ζωή τους στην ξηρά και την πίκρα και να βρουν ένα νέο σκοπό ή να μη βρουν…

ένα βιβλίο – φωτογραφική μηχανή – επικεντρωμένο στη θεώρηση της θάλασσας και της ζωής των ναυτικών ή των λιμανίσιων με ανθρωποκεντρικό ευρυγώνιο φακό, όπου ενώ η δράση εξελίσσεται στη στεριά, η θάλασσα απορροφά την αντίδραση…

ένα βιβλίο που μιλά για απέλπιδες έρωτες, περίεργες αναμνήσεις, φόβους, αγωνίες κι αμφιβολίες, στοιχεία ανθρώπινα δηλαδή, μπλεγμένα στις αλυσίδες μιας άγκυρας που κόλλησε στο βυθό της ζωής του λιμανιού της Μασσαλίας, μιας πόλης απόκοσμης, γοητευτικής…

ήταν σαν να διάβαζα για τη ζωή φίλου με πατέρα ναυτικό, ένιωθα οικεία,ήταν σα να διάβαζα για την ζωή μου,κι ας μην έχω ταξιδέψει χρόνια με πλοίο κι ας μη ζω σε λιμάνι, αλλά ήταν σα να ‘βλεπα τη ζωή μου όταν με καλούσε να κάνω επιλογές που δεν ήταν σημαντικές ή μπορεί και να ήταν και αφού δεν τις έκανα όταν έπρεπε, όφειλα κατόπιν να  συμβιβαστώ με την ιδέα του άγνωστου, προς μεγάλη έκπληξή μου, διότι δε θα ‘πρεπε να είναι άγνωστο, όμως και πάλι εγώ ένιωθα οικεία…

με βλέμμα προσωπικό, κοιτώντας τώρα πια το εξώφυλλό του,κι ενώ οι βατσιμάνηδες περιμένουν ακόμα,  νιώθω σαν να ‘χω κατέβει σε κάποιο λιμάνι και καθισμένη στη σκάλα βλέπω τον κόσμο από την αντίστροφη: από τη θάλασσα προς τη στεριά…

για να μάθω τι, ποιος οδηγεί τα βήματά μου πάνω στην ξηρά, για να βρω εμένα, γιατί πως θες να ξέρεις  προς τα πού πηγαίνεις αν έχεις έστω και μια στιγμή στη ζωή σου νομίσει πως έχασες τον ίδιο σου τον εαυτό;

η αφήγηση ταιριάζει λίγο με τα δικά μας «κόκκινα φανάρια» όμως παρασύρεται από τις ίδιες αφέλειες, πρόκειται για μια παραβολή μιας πόλης που αργοπεθαίνει ή για μια διατριβή πάνω στο θέμα της ανάμειξης των λαών …

πέρα από το μελοδραματικό στοιχείο που μου χάλασε το τέλος, το μυθιστόρημα,διαθέτει jazz υπόβαθρο που συνθέτει η mare nostrum…


πάντοτε…

πάντοτε και για καιρό…

δυο μεγάλες εχθρικές λέξεις!

που συγκρούονται μόλις σκεφτώ ένα και μόνο συναίσθημα …

που ανταλλάσσουν εκτυφλωτικά σπαθιά πάνω απ’ το κεφάλι μου μέσα σε ένα ουρανό από μάτια…

μάτια με ασπράδι άσπρο καθαρό…

πάντοτε και καιρός…

δυο λέξεις!

μια φέρει τα χρώματά μου…

ακόμα κι αν το άσπρο της εξασθενεί αυτή την ώρα,

ακόμα κι αν τα μάτια κλείσουν από φαντασία κι όχι από ύπνο!

πάντοτε,

όπως πάνω στους όρκους που γυρεύουν τα κορίτσια…

πάντοτε,

όπως πάνω στην άσπρη σκόνη του χρόνου και εν ονόματι αυτού του οργάνου,

που χρησιμεύει για τη μέτρησή του…

αλλά μονάχα ως εδώ με γοητεύει!

ή μου ανοίγει την όρεξη!

μιας και έχει φτάσει να μου ανοίγει την όρεξη αυτή η ατέλειωτη κλωστή γάλα που βγαίνει από ένα γυάλινο βυζί…

απέναντι σε όλα και αντίθετα με όλα,

έτσι, θα ‘χω  υποστηρίξει ότι αυτό το πάντοτε!

σαν το μεγάλο κλειδί!

αυτό που αγάπησα,

που το φύλαξα ή δεν το φύλαξα,

αυτό που θα αγαπώ,

γιατί πάντοτε,

ήθελα να με εξηγώ με τέτοιους τρόπους,

ακατανόητους πάντοτε…


50 ?

διαπίστωση 1η: η ζωή συνδυάζει ένα σωρό μετριότητες σε ένα συμπαγές πλαίσιο

διαπίστωση 2η: γνωρίζω πως το δυσκολότερο πράγμα σε τούτη τη ζωή είναι η αξιολόγησή της

μερικές φορές αναρωτιέμαι αν μπορώ να ξεχωρίσω ποιος προηγείται στη ζωή μου, η μουσική ή οι δυσκολίες;

συχνά ρωτάω τον εαυτό μου διάφορα πράγματα στα οποία δεν περιμένω απάντηση και δεν τον πιέζω να απαντήσει, αφού ωραίες είναι και οι ερωτήσεις, έτσι σκέτες…

bijoux-DJ-darkcloudsilver-ecouteurs-argent

μια από αυτές είναι πόση μουσική χωράει ένας χρόνος;

κάποτε ένας φίλος μου είπε «άνθρωποι σαν κι εσένα και στον ύπνο τους μουσική ακούν,μουσική σκέφτονται…», και η αλήθεια είναι πως τόσο οι ρεαλιστικοί ήχοι  όσο και η μουσική συχνά θα με πάρουν απ’ το χέρι και θα με οδηγήσουν σε συνειρμούς, περιπλανήσεις, δεσμεύσεις, ισορροπίες…

 η ασταθής αίσθηση της ευζωίας δεν με έχει εγκαταλείψει…

 από μικρή κρατάω κάτι σαν χρονολόγιο, εκεί όπου συνδέω τα γεγονότα της ζωής μου με τα βιβλία που διαβάζω,τις ταινίες που βλέπω, τη μουσική που ακούω…

έτσι, πρώτη φορά φέτος, αποφάσισα να προδοθώ, επέλεξα όμως μια καθώς πρέπει συμπεριφορά, την αλφαβητική, αλλά καθώς ποτέ δε θα απαλλαγώ από κάποια συμπλέγματα, άφησα ένα κενό…

 στο 50 ποιo;
  1. Allah – Las – Worship the Sun
  2. Amen Dunes- Love
  3. Antlers – Familiars 
  4. Band of Skulls – Himalayan
  5. Beck – Morning Phase
  6. Ben Howard – I Forget Where We Are
  7. Billy D. – Hoodo Man
  8. Brian Jonestown Massacre – Revelation
  9. Chet Faker – Built on Glass
  10. Chuck Prophet – Night Surfer
  11. Damien Jurado – Brothers and Sisters of the Eternal Son
  12. Damien Rice – My Favorite Faded Fantasy
  13. Damon Albarn – Everyday Robots
  14. Elbow – The take off and Landing of Everything
  15. Eagulls – Eagulls
  16. Epirus Quarted – Fried Feta
  17. Gemma Ray – Milk for your Motors
  18. Giggi Massin – Talk to the sea
  19. Hauschka – Abandoned city
  20. Jennifer Castle – Pinky City
  21. Lee Fields – Emma Jean
  22. Lucinda Williams – Down Where The Spirit Meets The Bone
  23. Lykke Li – I Never Learn
  24. Mac Demarco – Salad Days
  25. Marianne Faithfull – Give my love to London
  26. Mark Lanegan Band – Phantom Radio
  27. Mark Olson – Goodbye Lizelle
  28. Mogwai – Rave Tapes
  29. My Brightest Diamond – This is my hand
  30. Natalie Merchant – Natalie Merchant
  31. Nick Waterhouse – Holly
  32. Ought – More than Any other Day 
  33. Owl John – Owl John
  34. Robert Plant – Lullaby and the Ceaseless Roar
  35. Ryan Adams – Ruan Adams
  36. Scott Walker – Soused
  37. The Afghan Whigs – Do to the beast
  38. The Budos Band – Burnt Offering
  39. The Coral – The Coral
  40. The Desoto Caucus – The Desoto Caucus
  41. The Growlers – Chinese Fountain
  42. The Ministry of Wolves – Republik Der Wolfe 
  43. Thom Yorke– Tomorrow’s Modern Boxes
  44. Thurston Moore : The best day
  45. Tom Petty & Heartbreakers – Hypnotic eye 
  46. Ty Segall – Manipulator 
  47. War On Drugs – Lost In The Dream
  48. Warpaint – Warpaint
  49. Woven Hand – Refractory Obdurate
  50. ?

στο 50 ποιο? θα μπορούσα να συμπληρώσω τη λίστα με εθνικό ενδιαφέρον; όχι, εδώ είμαι τόσο κάθετη όσο και πονηρή…

Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου

Electric Litany – Enduring Days You Will Overcome

Αλκίνοος Ιωαννίδης – Μικρή βαλίτσα

Baby Guru –Marginalia

Villagers of Ioannina City – Riza

Sigmatropic- Dead Computers Blues

My Drunken Haze – My Drunken Haze

Mechanimal – Secret Science

A Victim of Society – Distractions

FILM – Eclipse

συνεπώς το 50 το αφήνω για όποιον θέλει να το συμπληρώσει προσδοκώντας πως θα ανακαλύψω κάποιο διαμαντάκι …

η αλήθεια  είναι πως άλλαξα πολλές φορές τη λίστα, και ακόμη και τώρα, σκέφτομαι πως θα μπορούσα να αφαιρέσω ή να προσθέσω κάτι, δε θα το κάνω, ας τελειώσω αυτό το post βάφοντας δέκα άλμπουμς κόκκινα γιατί με συνεπήραν, άλλα δέκα μπλε γιατί συνταξιδέψαμε, άλλα δέκα πράσινα γιατί με ενέπνευσαν, τα υπόλοιπα απλά κατά μια παράξενη έννοια ποτέ δεν τα ξεπέρασα 


έξι και …

mur3

μακραίνουν οι νύχτες τούτες του χειμώνα μου

κι εγώ ντύθηκα

με χρώματα

κι ήχους μουσικής

που κοιμίζουν τη λίγη άνοιξη

κι έτσι κοιμήθηκα

κι εγώ

κι ήταν αργά να θυμηθώ

πως δεν κοιμάμαι με όνειρα

παρά με συνήθειες


μετά,

σκέφτηκες

αυτό που δεν σκέφτηκα

όταν έφευγες

σκεφτόμασταν ίδια

γι αυτό που ήσουν

χωρίς να είμαι


Le Cinéma va à l´école

Blog dédié au projet eTwinning entre Grèce et Espagne du même titre

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Αυθόρμητες μεταβολές

του Λευτέρη Παπαθανάση

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Redflecteur

About Art and Politics

απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

lerestnadine

This WordPress.com

Γιάννης Γρηγοριάδης

Ερμηνεύοντας την πόλη

Bouquet of dreams

Yes Darling, but is it Art?

Marionettes Inc.

No strings attached

Harry's Music

Harry Smith's Anthology of American Folk Music

Land Streicher

“Our battered suitcases were piled on the sidewalk again; we had longer ways to go. But no matter, the road is life.” Jack Kerouac