το χαμένο σαββατοκύριακο

μια φορά κι έναν καιρό, ένας σκωτσέζος στρατηγός, που τον έλεγαν Μάκβεθ, πίστεψε τις μάγισσες που του είχαν πει πως θα γίνει βασιλιάς της Σκωτίας, σκότωσε τον βασιλιά, πήρε τον θρόνο και ζούσε κλεισμένος στον πύργο του τον Ντάνσινεν, αλλά βασανιζόταν από αϋπνίες και αρχίζει να επισκέπτεται το μαντείο των Δελφών, τις μάγισσες εννοώ, που του προλέγουν ότι δεν θα νικηθεί παρά μόνο τη μέρα που το δάσος του Μπέρναμ θα κινήσει νά ‘ρθει στο Ντάνσινεν…

μια φορά και δυο καιρούς ο Ντον Μπέρναμ, συνονόματος του δάσους, ένας καθόλου τυχαίος πότης, ένας καθόλου κοινός μέθυσος, χάθηκε στο σύμπαν του αλκοόλ, άρχισε να βλέπει οράματα, να πλέει σε σκοτεινά καφκικά πελάγη εξιλέωσης, με ένα πλοίο  εύθραυστο, γυάλινο, με πλήρωμα τα φαντάσματά του, κουπιά τις παραμορφωμένη μοναξιά του, κατάρτι την πεισματική του άρνηση και πανιά τις περίτεχνα κουρελιασμένες δικαιολογίες του  και πετούσε στη θάλασσα της  ευημερούσας, δήθεν, κοινωνίας, όποιον δεν συμμεριζόταν το πάθος του…

«το βαρόμετρο του εσωτερικού του κόσμου προμήνυε ταραχές», δεν υπήρχαν εναλλακτικές ούτε παρερμηνείες, ο Ντον είχε δραπετεύσει από αυτή την κοινωνία, ή είχε αποβληθεί, το ίδιο μας κάνει, και είχε ενταχθεί στις στρατιές του μοναχικού πλήθους που όλο και μεγάλωναν παρεμππιπτόντως σήμερα είναι ανυπολόγιστος ο αριθμός των μελών τους και αφού ούτε εκεί το εγώ του δεν αξιολογήθηκε δεόντως, απέρριψε κάθε κοινωνική αξία και κρύφτηκε στους ίσκιους του δάσους του… Μπέρναμ! δε θέλησε θεατές, αν και κάθε παράσταση πάντα έχει, δεν έκοψε εισιτήρια αν και με λίγα δολάρια η διαταραγμένη του ισορροπία θα μπορούσε πρόσκαιρα να αποκατασταθεί, σύρθηκε κάτω από τη χαραμάδα απ’όπου ξεπηδούσαν αλκοολούχες αναθυμιάσεις, πήδηξε απ’το παράθυρο, περπάτησε ανυπολόγιστα χιλιόμετρα, καίγοντας ίχνη, έφτασε στο πολυπόθητο πέλαγος του αλκοόλ ,ρούφηξε κάθε του σταγόνα κι όταν έφτασε στον πυθμένα του εφιάλτη παρέα με τα κουρελιασμένα του οράματα και όπως συμβαίνει πάντα σε όποιον φτάνει στον πάτο, οι επιλογές είναι δύο: ή θα σηκωθείς ή θα αφεθείς!

thumbnail

η μαθητεία της αυτοκαταστροφής, ρεαλιστική, ανελέητα ακριβής, χωρίς λογοτεχνικές εξάρσεις, χωρίς εντυπωσιασμούς μελοδραματικούς, αλλά απόλυτα λιτή  η μυθιστορία του Τσαρλς Τζάκσον, αποτύπωσε στο μυαλό και στην καρδιά μου τα παθήματα ενός εξαρτημένου ανθρώπου που τη μια στιγμή είναι εύθραυστος σαν λεπτό γυαλί και την άλλη άγριο θηρίο,μεταδίδει μια αλκοολούχα τρέλα και ένα μοναδικό παράδειγμα προς αποφυγή(;) και το κείμενο παλλόμενο από την αρχή ως το τέλος !

καταδέχτηκα την πρόσκληση του αντιήρωα Ντον Μπέρναμ,  για ένα σαββατοκύριακο στο πανηγύρι της παράνοιας, εξάλλου ο καθείς και οι εμμονές του, ξέροντας πως θα υπάρξουν ταραχές,ξέροντας πως το τέλος δε θα ήταν καλό, αλλά, «το τέλος βρίσκεται μες στην αρχή κι ωστόσο συνεχίζουμε» κι αυτή τη φράση όπως είπε Ντον,το λέω κι εγώ, θα μπορούσα να την έχω γράψει εγώ!ή θα μπορούσα το ημερολόγιο του Ντον να το συνεχίσω εγώ όταν εκείνος με «άφησε», γιατί απλά οι εξαρτήσεις και ο χρόνος ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά, ο χρόνος γίνεται μέγγενη και οι απώλειες μόνο με εξαρτήσεις μπορούν να εξοικονομηθούν…

άχρηστες πληροφορίες : ο Τσαρλς Τζάκσον, συγγραφέας του ενός βιβλίου, έγραψε Το Χαμένο Σαββατοκύριακο, 360 σελίδες που βρωμάνε αλκοόλ,  το 1940 , ήπιε τόσο πολύ, μέθυσε σε τέτοιο βαθμό, έβγαλε άλλα τόσα  δολάρια με τη συγγραφή ώστε κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν αξίζει τον κόπο και πρόσφερε την περιουσία του στην υπηρεσία της μεγάλης τέχνης του ανθρώπου, τη λογοτεχνία…

Advertisements

ένα χτυπημένο μήλο στο… Xάρλεμ

που είμαστε;
στο «Χάρλεμ» είμαστε! δεν ακούς τζαζοτρομπέτες;
λοιπόν τι κοιτάς; το ζήτησες και σου ρθε!
τα ρουθούνια της διεστάλησαν και εισέπνευσε τη μυρωδιά του!
μπορώ να μυρίσω φιλόσοφο,είπε ενθουσιασμένη
κι άλλη εισπνοή…
βρωμάτε όλοι σας όπως ο Θαλής!
θα μπορούσες να ζέχνεις λιγότερο! του φωνάζει…
κάνεις λίγο πιο αριστερά…σαμιαμίδι; μου κρύβεις τον τζαζίστα!
πάντως δε με λένε Όμηρο!και δεν είμαι σαμιαμίδι!
παύση…
και συ με τέτοιο στόμα , δε θα πεινάσεις ποτέ!
αδιαφορία για απάντηση
πώς πάνε τα πράγματα;
εκείνη δεν απάντησε
το βλέμμα της διέτρεχε το χώρο, μετά στάθηκε πάνω του…
έπρεπε να το ξέρω ότι είσαι φιλόσοφος, όλοι οι άσχημοι και μονοκόμματοι είναι φιλόσοφοι! προσπαθούν να μας ψήσουν ότι το μυαλό είναι αρκετό κι ένα καλό σώμα όχι!
άσε με στον τάφο μου…μονολογεί σχεδόν εκείνος
γιατί ενοχλείς τους νεκρούς; δε σε ανέχεται κανένας απ τους ζωντανούς; ρωτάει εκείνη επίμονα…είσαι τόσο βαρετός που οι ζωντανοί δεν έχουν χρόνο για σένα ε;η φωνή της σφύριξε σαν φλόγα γκαζιού…
όσο φτωχή και άμοιρη κι αν είναι μια χώρα, έχει δέκα φορές παραπάνω φιλοσόφους απ’ όσους χρειάζεται!συνεχίζει ασταμάτητη…
κοιτάζει γύρω του…μπουκάλια στη σειρά στο ράφι…γεμάτα, άδεια, μισογεμάτα, μισοάδεια…
μέχρι το τέλος της επόμενης βδομάδας, μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου, μέχρι το τέλος αυτού του  αιώνα σίγουρα μέχρι το τέλος του επόμενου αιώνα κανείς από εμάς εδώ δε θα υπάρχει!
φιλόσοφος σε σκόνη!το να προσθέσεις νερό δε θα αλλάξει τίποτα, αν και ίσως λίγη βότκα…
να μαστε πάλιιιι…μουρμουρίζει εκείνη
ιτάιγ; ιτάιγ; γιατί αφήνουμε τα υπερκόσμια κρεβάτια μας για να ‘ρθουμε εδώ;εκείνη επιμένει…
δεν έχει νόημα μαζί σου, της απαντά
αν δεν έχει νόημα, ποιο είναι το νόημα; ρωτά και κολλά την αυθάδικη μούρη της στη δική του και αν έχει νόημα , ποιο είναι το νόημα;ρωτά και του κολλά ένα φιλί στην ιδρωμένη μούρη…
ένας ιδρωμένος φιλόσοφος που ζέχνει… έχεις κάτι πολύ τρυφερό πάνω σου, του λέει,μου θυμίζεις ένα χτυπημένο μήλο!
κάποιο συγκεκριμένο είδος χτυπημένου μήλου; τη ρωτά λοξά κοιτώντας την
ένα χτυπημένο μήλο παρατημένο στο πεζοδρόμιο μετά από τη λαϊκή!
τι σύμπτωση και συ το ίδιο φρούτο μου θυμίζεις, της λέει
ένα χτυπημένο μήλο !φωνάζει έκπληκτη…
τραγανό, γεμάτο βιταμίνες, αλλά μωλωπισμένο και που  δεν το θέλει κανείς; προσθέτει, επειδή δεν έχει την όψη που θα πρεπε να έχει ένα μήλο; ρωτά και ξαναρωτά
δεν μπορείς να μου κρυφτείς, η κούρασή σου είναι τρομακτική…πέσε για ύπνο, της λέει
μα σε ύπνο είμαι, πάντα! του απαντά…
ωραία θα δαγκώσω στη ζούλα λίγο χτυπημένο μηλαράκι…χωρίς να με πάρεις χαμπάρι! της ψιθυρίζει…

 


σεισάχθεια

και μέσα σε αυτή τη ζηλευτή ειρήνη, πόσο εύκολη είναι η ονειροπόληση…πόσο μεγαλώνει μόνη της… εδώ ο σουρεαλισμός ξαναπαίρνει όλα του τα δικαιώματα… σου δίνουν ένα γυάλινο μελανοδοχείο που κλείνει με ένα φελλό σαμπάνιας, και να! εκπωμάτωσις! φύγατε εικόνες, πέσετε σαν χαρτοπόλεμος, εικόνες, εικόνες, παντού εικόνες…πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων, μέσα στα πιάτα τους, στις φούχτες τους…

βεβαίως, έτσι όπως με βασανίζει τελευταία μια ταραχή, πετάω το φελλό από το παράθυρο, πίνω το περιεχόμενο, διότι θα προτιμούσα να έπινα μια σαμπάνια, παρά να συνεχίσω να γράφω… σηκώνομαι, χτενίζομαι τρεις φορές, μήπως κι έρθει κανείς, αυτό το σκέφτηκα μόλις άνοιξα τις κουρτίνες και είδα μια κάποια κίνηση στον δρόμο… ένα σύρε κι έλα σκέψεων, είναι η κίνηση στους δρόμους…απορροφώμαι όταν δω κάποιον από τους περαστικούς να ξαναπερνάει, ω τι πρόβλημα! πρέπει να σκεφτώ τι ζητά κανείς όταν επιστρέφει…

και μέσα σε αυτή την υπέροχη και αποκρουστική εποχή, που προτιμάει σχεδόν πάντα τις ανησυχίες από τους καημούς της καρδιάς μου, φορτώνω την αλήθεια μου σε επιλεγμένους περαστικούς, και ανεβαίνω στον κυλιώμενο τάπητα μιας συνείδησης αναφωνώντας: μέτωπό μου σκεφτικό ή μέτωπό μου ανάλαφρο, εξαφάνισε τις υποψίες που σου ξυπνάει η όραση, στείλε μια σκέψη στα χέρια μου, μη γράφετε πια, στείλε μια σκέψη στα βήματά μου, πηγαίνετε ως την κάβα της γωνίας!


rien…

a quoi bon

τίποτα πραγματικά, που να αξίζει τον κόπο να το φυσάς και να μην κρυώνει που σου την έσκασαν…

ακούστε το τραγούδι της πλήξης πάνω σ’ένα σκοπό γνωστό, το γνωστό τραγούδι πάνω σ’ένα σκοπό πλήξης…

η πλήξη βλέπει να περνάει ο κόσμος στο δρόμο, μπαίνει σ’ένα καφενείο, βγαίνει, μπαίνει σε ένα κορίτσι,βγαίνει, αναστατώνει μια ζωή, φεύγει…

θα σκότωνε σίγουρα, παραιτείται, θα σκοτωνόταν…

είναι η δεύτερη στροφή του τραγουδιού και έτσι λοιπόν εκείνη τη μέρα, η πλήξη ήταν καθισμένη στο τραπέζι κι έκανε απλά κι ωραία σαν να βρισκόταν σπίτι της, είχε ανασηκώσει τα μανίκια της κι είχε γράψει μικρά διηγήματα που μου διάβασε…

«ένα κοπάδι σιωπές ζυγώνει, φαίνεται πως ζητωκραυγάζει κάποιον μέσα σε ένα καθρέφτη, είναι ο απεργός πείνας με τα πλατινένια μανικετόκουμπα…»

 

 

 

 


χάρτινοι ναι, αετοί όχι…

ότι μπόρεσα ν’ αποκτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μου’ δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.

δεν παίζω με τα λόγια… μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη «στιγμή» όταν καταφέρει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια…οπόταν, πραγματικά, και η Θλίψις γίνεται Χάρις και η Χάρις Άγγελος. Η Ευτυχία Μοναχή και η Μοναχή Ευτυχία
με λευκές, μακριές πτυχές πάνω από το κενό,

ένα κενό γεμάτο σταγόνες πουλιών, αύρες βασιλικού και συριγμούς υπόκωφου Παραδείσου…

Οδυσσέας Ελύτης , Μικρός Ναυτίλος

φορτωμένοι με μια ανάσα,μεγαλύτερη απ’ το μπόι τους, ανύποπτοι και καθόλου σημαντικοί, χαμογελάνε και φεύγουν μια μέρα, χωρίς ανέμους ευνοϊκούς…

αρκούμενοι σε ενορχηστρώσεις, αποχωρούν μέσα από αυτές…

εξάλλου ένα ατέλειωτο φευγιό η ζωή μας, όσο κι αν ένας σπάγκος επιμένει να μας κρατάει στο χώμα, ο χαρταετός μας σκαλώνει αιωρούμενος ανάμεσα σε τάσεις υψηλές, επιβεβαιώνοντας ξανά την πάλη και πάλι και ξανά, πόση εγκατάλειψη κουβαλάει κανείς πάνω του…

ακόμα κι αυτός που κανέναν δε βασάνισε στην αθόρυβη ζωή του, ακόμα κι αυτός που πάσχισε αμίλητος κι ασήμαντος, ακόμα κι αυτός που απλά κρυφάκουγε τη ζωή,ακόμα κι αυτός που μια ζωή τα ζύγια του, βαριά, τον κρατούσαν προσγειωμένο…


καυτός ήλιος…

στοχαστικός και ευθύς, με βιώματα ώριμα πια, ευφυής, αφού δεν πέφτει στην παγίδα της πολεμικής εμφυλιακής κατάστασης που βίωσε η χώρα του, παρά μόνο όταν την περιδιαβαίνει με μια κάμερα σε ένα μουσικό road movie, ο Ντάλιμπορ Μάτανιτς, με τρεις διαφορετικές ιστορίες, επεξεργάζεται το θέμα: «ερείπια ζωών και σπιτιών»

αδυναμία συγχώρεσης, τόνοι ενοχής, αδιέξοδα συνύπαρξης…

04-zvizdan-prozor

αγρίμια οι άνθρωποι, κι ο έρωτας μισός, οι ρωγμές δεν επιδιορθώνονται, οι σχέσεις δεν αντέχονται, οι ζημιές δεν διορθώνονται,το κυνήγι συνεχίζεται, ο κυνηγός όμως κυνηγά τον εαυτό του νύχτα μέρα…

σαν όρνιο , η ευθύνη μετεωρίζεται επάνω στον τόπο, στους ανθρώπους…

η μόλυνση δεν γιατρεύεται, περνά τόσο βαθιά, που οι αισθήσεις την αποθηκεύουν και την κάνουν βραδυφλεγές πεπρωμένο!

τρεις ιστορίες, παράξενα απρόβλεπτες, με παράξενα ευάλωτους πρωταγωνιστές, με ρυθμούς χαμένους, που ζέχνουν δυσανεξία και  θάνατο…

1991, 2001, 2011… τρεις δεκαετίες, τρεις γενιές…η Σερβία η Κροατία και ο Μάτανιτς!

1η ιστορία, ένας έρωτας υπό κατασκευή…

2η ιστορία, ένα σπίτι υπό επισκευή…

3η ιστορία, ένα μυστικό υπό …

Τιχάνα Λάζοβιτς, Γκόραν Μάρκοβιτς, οι δυο πρωταγωνιστές και των τριών ιστοριών, παίζουν με τα πρόσωπα, τα κορμιά, τις ανάσες τους που ζέχνουν θάνατο, μίσος, και απόγνωση, παίζουν με το βλέμμα τους που αντανακλά μικρές ελπίδες…

πολλά στοιχεία σε αυτήν την ταινία λειτουργούν υποσυνείδητα, από επαναλαμβανόμενα οπτικά μοτίβα, που οδηγούν στη θέαση του γεγονότος όχι ως μέρος μιας γραμμικής ιστορίας, αλλά ως σχήματος σπειροειδούς… εξάλλου αν και ο κόσμος συνεχώς αλλάζει, τα φαντάσματα του παρελθόντος μπορεί να συνεχίζουν να μας εκπλήσσουν αρνητικά ακόμη κι αν ζούμε κυριολεκτικά στο σήμερα…

πανέμορφα πλάνα, υπέροχη φωτογραφία, ιδιαίτερη η σημασία των υποβρύχιων εικόνων και στις τρεις ιστορίες…

κι εγώ φυσικά, να βγαίνω από την αίθουσα γεμάτη ερωτήματα που δεν επιδέχονται απαντήσεις, ερωτήματα που μια βδομάδα μετά, ο χρόνος που κύλησε, συναγωνίζεται τις τρεις δεκαετίες… και καθώς σκέφτομαι τώρα, τον χρόνο των ηρώων, τον άπλετο, τον ακάλυπτο, τον χρόνο που δεν πιέζει κανέναν αφού όλοι μια υποχρέωση έχουν, την επιβίωση, προσθέτω κι άλλα ερωτήματα στα ήδη υπάρχοντα, και περίκλειστη μένω από μνήμες νωπές κι αταξινόμητες, που τυχερή είμαι που δεν έχω…

ο «καυτός ήλιος» του Μάτανιτς, είναι μια μετά – κατάσταση…

ο σκηνοθέτης συνοψίζει την πρόσφατη δραματική ιστορία της πατρίδας του σε τρεις θεματικές ενοποιημένες ενότητες, τόσο γνωστικά δραματοποιημένες, με μια αφήγηση λιτή, στιβαρή και άψογα σταθμισμένη στις κλιμακούμενες εντάσεις της, που αν δεν παρασυρθεί κανείς από τη συγκίνηση, αν δεν αφεθεί στην ελπίδα που αποδεσμεύεται με το σταγονόμετρο, αν μη τι άλλο, είναι αναγκαίο, αν βέβαια κανείς μπορεί ακόμη, ζώντας στη χώρα μας, να ζει απροσπελάσιμος απ’ όλα όσα συμβαίνουν-πρόσφυγες, εθνικιστικές εξάρσεις, φτώχεια, ανεργία, ρατσισμός- να υποχρεωθεί να δει την ταινία αυτή, και μετά να γράψει εκατό φορές τη φράση:

θα ξαναπιάσουμε το κομμένο νήμα της ευημερίας, μόνο αν σταματήσουμε να αντικρίζουμε τη σκιά μας …

σωστά τα λέω καυτέ ήλιε;


ελεγχόμενες αυταπάτες για τον χαμένο χρόνο του Dormael

o θεός; αγαθός γέρος με λευκή γενειάδα;

όχι βέβαια!

o Θεός (Benoît Poelvoorde) είναι ανυπόληπτος είδος, θλιβερός, βρωμάει και ζέχνει, ζει σ’ένα σκοτεινό διαμέρισμα των Βρυξελλών με τη σύζυγό του (Yolande Moreau) και την κόρη τους Εa (Pili Groyon), έχει και έναν υιό, σε μέγεθος μπιμπελό να φανταστείτε και περνά τις μέρες του κολλημένος στον υπολογιστή του, μέσα στο ιδρωμένο του τισέρτ, τη φαρδιά πιτζάμα του,  και την παλιά του ρόμπα, φοράει παντόφλες, και μια άσχημα δεμένη ρόμπα, έχει στο στόμα μόνιμα ένα τσιγάρο και γύρω του άδεια μπουκάλια και η ζωή του είναι οργανωμένη σε τρία στάδια: γαβγίζει στην οικογένειά του, κοιμάται και ροχαλίζει μπροστά από την τηλεόραση και από το τεράστιο γραφείο του με τους γιγαντιαίους τοίχους με επένδυση από εκατοντάδες συρτάρια, παίζει βρώμικα κόλπα στους φτωχούς ανθρώπους…

ο θεός τα ξέρει όλα!

μέχρι που η κόρη του εισβάλλει στο γραφείο και μαθαίνει κι αυτή…

τι; πότε είναι το γραφτό καθενός να γεννηθεί ή να πεθάνει!

κλικ και δεν υπάρχει άνθρωπος στον μάταιο ετούτο κόσμο που να αγνοεί αυτή την πληροφορία!

ο θεός  βέβαια μπορεί να κάνει χειρότερα, φυσικά, τόσο χειρότερα που κάποτε ο μεγαλύτερος γιος του, δραπέτευσε από το άθλιο διαμέρισμα, πάνε πολλά χρόνια τώρα, για να πάει να μοιραστεί τη μοίρα των ανθρώπων και να τους δώσει κάποια ελπίδα…

η κόρη , ένα δεκάχρονο κορίτσι, είναι έτοιμη να κάνει το ίδιο, αλλά πριν από την αναχώρηση, με το τέχνασμα του sms, θα καταστρέψει την επιρροή που ασκεί πάνω στους  ανθρώπους ο ανάξιος θεός πατέρας…

τώρα στην καρδιά του καθενός από τους θνητούς γεννιέται το ερώτημα: και τώρα τι κάνω;αντιμέτωποι όλοι με αυτή την είδηση, αντιδρούν ποικιλότροπα, ενώ ο Van Dormael  δεν υιοθετεί καμία αντίδραση, αφήνει ελεύθερους τους ανθρώπους, χωρίς να τους στολίζει με θρησκευτικά μπιχλιμπίδια,τους προσθέτει καυστικές παρατηρήσεις…

προσωπικά, δεν έλαβα κανένα sms, αλλά αναρωτήθηκα:

είναι ο Jaco Van Dormael λίγο υπερβολικός;

ε και ; αφού δε με προσβάλλει…

αν υποθέταμε ότι αυτό γίνεται;

ε τότε πράγματι χρειάζεται λίγη πλάκα, λίγη φαντασία, λίγη στεναχώρια, λίγη αυτοκριτική, λίγος επαναπροσδιορισμός…

προθέσεις υπάρχουν;

σίγουρα υπάρχουν!ζούμε σε μια εποχή όπου η φαντασία ασθενεί, το κιτς θριαμβεύει, η τυπική ευγένεια αναμιγνύεται με την καταναγκαστική αισιοδοξία και σίγουρα υπάρχει πρόβλημα!

δε με σόκαρε η ταινία, η πρωτόγνωρη ανθρωπογεωγραφία της δε προσέλκυσε το ενδιαφέρον μου, όμως τη συμπάθησα, και θα μπορούσα να τη συμπαθήσω περισσότερο, αν ο θεός έπαιζε περισσότερη ώρα! με κέρδισε η επιθετική του ευφορία!εντάξει, μεταξύ σοβαρού και αστείου δηλώνω πως σχεδόν άρχισα να πιστεύω σε αυτόν τον θεό!

le-tout-nouveau-testament-benoit-poelvoorde

ελθέτω η βασιλεία του!

τέλος η βίβλος , τέλος τα ευαγγέλια, όλα ξαναγράφονται δια χειρός Jaco Van Dormael!

σε μια εποχή που όλα τα κοινωνικά ζητήματα χαρακτηρίζονται από παραλογισμό, που οι εντάσεις χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, που θεός είναι το κέρδος, το εγώ, το μίσος, προκύπτει ένα θαύμα!ποιος δε θα το ευχόταν!

τα σύμβολα αυτοσαρκάζονται, η θεία φοίτηση καθορίζει τη θέαση, οι ψευδαισθήσεις απογειώνονται, κι ο παραλογισμός γιορτάζει!η ποίηση το παλεύει, το χιούμορ έχει ένα προβληματάκι ενίοτε, αλλά ευτυχώς υπάρχει το πλυντήριο!

ως έννοια το πλυντήριο, προσωπικά το έχω θεοποιήσει έτσι κι αλλιώς!

το πρόγραμμα 40 βαθμοί χωρίς στύψιμο το ‘χω ευαγγέλιο!

ούτε τα έξι ευαγγέλια του φιλμ είχαν στύψιμο, αλλά νομίζω πως πλύθηκαν στο ελαφρύ…

σφάλμα του κατασκευαστή ασφαλώς!

letout nouveau testament

ελαφρυντικά υπάρχουν;

βεβαίως!ποιος δεν έχει αμφισβητήσει τη σχέση ανθρώπου – θεού, ποιος δε θα θελε να συμβιβάσει τη μοίρα με την ελεύθερη βούληση; ο Van Dormael δε θ’αποτελούσε εξαίρεση!

αλληγορικά γράφω για μια αλληγορική ιστορία, συγκεκριμένα κρίνω ως απλή και επιφανειακή την ίδια ιστορία, τη δικαιολογώ μέσα από την ίδια της την ουσία: τα μικρά ελαττώματα του ανθρώπου, ωχριούσαν πάντα μπρος στα μεγάλα του θεού…

λοιπόν, κλείνοντας, συνοψίζω συμπεραίνοντας με άποψη που είχα και πριν δω το φιλμ: αν ο Θεός ήταν βέλγος, θα ήταν ο Benoît Poelvoorde, το να θεοποιήσεις αυτόν τον ηθοποιό δεν είναι εκκεντρικό διόλου,  οι κακές ημέρες του κόσμου θα ήταν ευχάριστες γιατί πάντα οι  τρελές ιδέες του σκηνοθέτη Jaco Van Dormael ήταν υπέροχα τρελά καλές ιδέες, άσχετα πώς τις χειρίστηκε!

αν υπάρχει κάτι θετικό γι αυτό το φιλμ, εκτός από την κεντρική ιδέα, το εντοπίζω στα ψηφιακά εφέ, και την σάτιρα που υποβόσκει σε αυτά…

σκέφτομαι πως όταν ο Van Dormael ανακοίνωσε πως θα ξαναγράψει την καινή διαθήκη, δεν ήμουν εκεί να του πω, οκ, κάν’ το! έτσι, έμεινα με την επιθυμία! ναι, θα ήθελα να δω ένα γκροτέσκο , ένα θεμελιωδώς κακό, κάκιστο πατέρα και επίσης θα ‘θελα να δω την Catherine Deneuve πιο ποιοτικά φιλμαρισμένη, τόσο make up πια! κρίμα το δάνειο από το «αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», μέσω των δευτερευόντων χαρακτήρων του ο Προυστ κατάφερνε να ξεφλουδίσει τη θέση του…

 
 

σύντομη συνάντηση

σιδηροδρομικός σταθμός σκοτεινός, ήχοι και ατμοί τρένων, ατμόσφαιρα διακριτικά παρορμητική για το απλό χρονικό ενός σύντομου ανθρώπινου φλερτ… 

γνωρίζονται χάρη σε ένα δάκρυ…

χωρίζουν χωρίς δάκρυα…

ένα άγγιγμα στον ώμο, η μόνη επαφή…

BriefEncounter

ένα κλιμακούμενο ερωτικό δράμα ή το μελόδραμα δυο ανθρώπων της μεσαίας τάξης…

μια αλληγορία πάνω στον απαγορευμένο έρωτα…

πεπερασμένο; αναχρονιστικό;

από το πρώτο σφύριγμα γνωρίζουν, γνωρίζουμε, δε θα ανταλλάξουν ούτε ένα φιλί, μια ηθική τους απαγορεύει τους δρόμους της καρδιάς, ο απόλυτος έρωτας θυσιάζεται  στο βωμό των κοινωνικών προκαταλήψεων, η γυναικεία απελπισία μουρμουρίζει ισχνά, η γυναικεία απελπισία διαθέτει φωνή μετρημένη,  θέλει προσπάθεια να τη νιώσεις, ο ρεαλισμός, γροθιά, οι εσωτερικές εντάσεις, αδρές, δεν απαλύνονται, δεν υπάρχει λύτρωση, η καθημερινότητα ασφυκτικά πεζή, ανίκητα πεζή…

εκεί προσγειώνονται οι ήρωες…

τόση ειλικρίνεια, πληγώνει!πληγώθηκα…

τόση αυταπάρνηση, σκοτώνει!σκοτώθηκα…

είχα ένα δίλημμα: φυγή ή τρέλα;

τελικά τα ανέβαλα και τα δυο, αποφάσισα να αναπολήσω, να αισθανθώ, να αξιολογήσω,να αναστενάξω, να παραδεχτώ, να αναθεματίσω…

όταν ο ατμός των τρένων διαλύθηκε, διαλύθηκα κι εγώ και βρέθηκα απέναντι από μια γυναίκα αποστασιοποιημένη από το περιβάλλον της, άκουγε Ραχμάνινοφ, το κονσέρτο για πιάνο νούμερο 2, αλλάξαμε θέση, μόνο έτσι μπορεί κανείς να νιώσει, να κατανοήσει…

με την αλλαγή θέσης, δεν υπήρξαν ανατροπές, όπως δεν υπάρχουν ανατροπές και στην ταινία «Σύντομη συνάντηση» του David Lean, με την Celia Jhonson και τον Τrevor Ηoward.

εξάλλου, δεν αγγίζεται το όνειρο, ούτε η παραίσθηση αγγίζεται, ίσως η υστερία μόνο μπορεί να βιωθεί… ώστε το απλό χρονικό ενός σύντομου λαμπερού ασπρόμαυρου ανθρώπινου φλερτ να μετατραπεί σε βροντερή φιλμική συμφωνία…δυο άνθρωποι και ο Ραχμάνινοφ αρκούν, είναι τόσο απλό όσο περίπλοκες είναι οι συμβάσεις των ανθρώπων, είναι τόσο περίπλοκο όσο ένα σταυρόλεξο για αρχάριους λύτες, είναι τόσο σαφές όσο οι θολές από τον ατμό των τρένων αναμνήσεις …

 

 

 

 

 


x

DSC03238
ακούγεται το χιόνι, έχει 
έναν πολύ συγκεκριμένο θόρυβο, αρκεί να  αφουγκραστείς καλά, ακούγονται οι νιφάδες, τσακίζονται στο έδαφος μα αφήνουν πίσω τους ένα ήχο, έναν ήχο σαν του χαρτιού που τσαλακώνεται ή σαν του  ξύλου που καίγεται, και σήμερα το πρωί, είμαι σίγουρη πως άκουσα ένα παγωμένο δάσος να παλεύει με τις φλόγες,ο ουρανός, λευκοκίτρινος από βραδύς,το πρωί όταν τον κοίταξα να κόπηκε κομματάκια και έπεσε πάνω μου γλυκός σαν άχνη ζάχαρη,τον μύρισα, ουρανός ήταν άσπρο αχνιστό ψωμί και έπεσε πάνω μου σαν ψίχουλα θρυμματισμένα,που μάζεψα στην χούφτα μου ψίχουλα και τα κοίταζα μέχρι να λιώνουν απαλά, και τότε πρόσεξα μια νιφάδα που έπεσε πάνω στο μαύρο μου παλτό, έμεινε για λίγο ακίνητη, γιατί μια νιφάδα όταν πέφτει πάνω σε μαύρο ρούχο πάντα μένει για λίγο ακίνητη! αυτό το λίγο σου δίνει το χρόνο να παρατηρήσεις προσεκτικά τους κρυστάλλους και τα λουλουδένια δαντελωτά πλοκάμια της, και δεν υπάρχει πιο όμορφο πράμα από ένα κομματάκι σμιλεμένο πάγο που πέφτει από τον ουρανό στο μανίκι σου, ευτυχώς δεν αντάμωσα περαστικό γιατί θα έβλεπε στο βλέμμα μου το κενό του ψύχους, ευτυχώς δεν αντάμωσα περαστικό γιατί θα άκουγε στη φωνή μου μικρούς κρότους από θραύσματα πάγου κάτω από μια βάναυση μπότα, ρουφώ με μάτια και ρουθούνια  το ψύχος, και καθώς παλτό για τα μάτια δεν έχει εφευρεθεί, και ο άρρωστος αμφιβληστροειδής μου δεν με προστατεύει, αποφάσισα να εξοντώσω αυτό το λευκό ψύχος με όπλο ένα καφέ! τεντώνω το χέρι μακριά μου και με το βλέμμα μου ακολουθώ τις νιφάδες που σβήνουν μέσα στο καφετί υγρό,το μαύρο μου παλτό ασπρίζει… κάνω ένα βήμα, μετά κι άλλο, κι άλλο… αφήνω ίχνη από τις σόλες μου στον κάμπο μετά θα σταθώ και θα τα κοιτάξω με περίσκεψη, και ενώ το ψύχος άθελά του προκαλεί υγρούς διάφανους κόμπους σε μύτη και μάτια, αποφασίζω σίγουρα πως δε μου αρέσει το χιόνι που πέφτει στα βουνά γιατί έτσι κι αλλιώς είναι μακριά μου, αλλά μου αρέσει το χιόνι που πέφτει στον κάμπο, γιατί στον ελάχιστο χρόνο ζωής του πάντα σκέφτεται να κάνει λίγο χώρο και για μένα! άσχετο, αλλά αυτό με το «λευκό κλοιό» ως τηλεοπτική έκφραση, μου δίνει στα νεύρα…

 


αυτό το κάτι

το φως μιας μηχανής προβολής που τρεμοπαίζει,

διάχυτο άσπρο φως …

θα μπορούσε ίσως να μεταφέρει εικόνες της ψυχής,

προβάλλει στον άσπρο πάνινο καμβά μιας άλλης διάστασης,

ίσως μιας τέταρτης,

αυτό το κάτι που μέσα μας ρέει σαν λάβα χιλίων πύρινων ποταμών,

και κοσμεί ανάγλυφα την προσωπογραφία μας…

φόντο μελαγχολικού χειμερινού τοπίου…

θεατές εμείς!

σενάριο:αυτό που συμβαίνει σε μια ψυχική ταλάντωση που μεταφέρεται και δονεί το σώμα κι η λογική απέναντι με τα χίλια πρόσωπα και έναν λόγο, προσπαθώντας να εξηγήσει,να μετριάσει, να αποσβήσει,και ίσως ίσως να απαξιώσει…

το χέρι του γέρου μηχανικού στηρίζεται στο μικρό φωτεινό παραθύρι όπου ακτίνες φωτός φωτίζουν μια γόπα ανάμεσα στα γεμάτα νικοτίνη δάχτυλα του σαν αντίδραση σε μια ακούσια συναλλαγή με τον χρόνο…

και η προβολή ξεκινάει, διάχυτο άσπρο φως…

αυτό το κάτι αναδύεται μέσα μας!


Le Cinéma va à l´école

Blog dédié au projet eTwinning entre Grèce et Espagne du même titre

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Αυθόρμητες μεταβολές

του Λευτέρη Παπαθανάση

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ (*) ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ (*) ΚΑΠΟΤΕ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Redflecteur

About Art and Politics

απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

lerestnadine

This WordPress.com

Γιάννης Γρηγοριάδης

Ερμηνεύοντας την πόλη

Bouquet of dreams

Yes Darling, but is it Art?

Marionettes Inc.

No strings attached

Harry's Music

Harry Smith's Anthology of American Folk Music

Land Streicher

“Our battered suitcases were piled on the sidewalk again; we had longer ways to go. But no matter, the road is life.” Jack Kerouac

Αρέσει σε %d bloggers: