Category Archives: Uncategorized

η σκούπα και το σύστημα…

1990, Κλίβελαντ του Οχάιο, κάπου στο πουθενά δηλαδή…

η Λινόρ Μπίντσμαν 25 ετών, κορίτσι από πλούσια οικογένεια, ο πατέρας της έχει εργοστάσιο παιδικών τροφών και είναι περήφανος που εφηύρε μια παιδική τροφή που κάνει τα παιδιά να μιλούν πιο γρήγορα, η Λινόρ λοιπόν, δουλεύει σαν τηλεφωνήτρια στον εκδοτικό οίκο Φρίκουεντ και Βιγκόρους, πηγαίνει τακτικά για ψυχανάλυση σε έναν απατεώνα γιατρό που έχει ψύχωση με την καθαριότητα, όπου συναντά τον Ρικ Βιγκόρους…

ο Ρικ Βιγκόρους, ένας τύπος αρκετά μεγαλύτερός της, που έχει θέματα μετο πουλί του, είναι το αφεντικό της Λινόρ,είναι ερωτευμένος μαζί της, τη ζηλεύει παθολογικά, και στο κρεββάτι της διηγήται πραγματικά εξωφρενικές ιστορίες από βιβλία που ποτέ δεν τυπώθηκαν…

η Λινόρ αγαπάει παθολογικά ή ίσως και να έχει ψύχωση με τη γιαγιά της ,τη Λινόρ, που σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία, το πάλαι ποτέ, έχοντας δάσκαλο τον Βιντγκεστάιν, αλλά τώρα είναι έγκλειστη σε οίκο ευγηρίας απ’όπου μια μέρα το σκάει μαζί με μερικούς τροφίμους…

ο Βλαντ ο Παλουκωτής είναι ο παπαγάλος της Λινόρ, δώρο του Ρικ, αθυρόστομο πουλί, μάλλον κάποιος του έχει δώσει lsd, διάσημο τόσο, που εμφανίζεται και σε ραδιοφωνικές εκπομπές με το ψευδώνυμο Ουγολίνος ο Μεγαλοπρεπής!

η Λινόρ, ψάχνοντας να βρει τη γιαγιά της, γνωρίζει και σχετίζεται με έναν τύπο ππου ο μπαμπάς του έφτιαξε μια κατάμαυρη έρημο καταμεσής μιας κανονικής Πολιτείας, την Θ.Ε.Ο, ενώ οι τηλεφωνικές γραμμές στη Φρίκουεντ και Βίγκορους είναι τόσο για τα μπάζα, που έγκυρη γραμμή βγάζει μόνο ένας στους εκατό!

η Λινόρ έχει και έναν ανάπηρο αδελφό -αυτόν πολύ τον αγάπησα- που ήθελε να τον φωνάζουν Αντίχριστο, ήταν ιδιοφυΐα κι όλη μέρα τίγκα στη μαστούρα,επειδή το συρταράκι του μηχανικού ποδιού του το τάιζε όλο το Κολέγιο Άμχερστ με ναρκωτικά για να δίνει ακαδημαϊκές συμβουλές!

%ce%b7-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bc%ce%b1

για βιβλία όπως αυτό, ισχυρίζομαι πως δεν έχει σημασία η απάντηση διπλής επιλογής:

μου άρεσε/δεν μου άρεσε

από την πείρα μου ως αναγνώστρια έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν έργα μυθοπλασίας πολύ σημαντικά γιατί καταφέρνουν κάτι μαγικό: να κεφαλαιοποιήσουν -όλα θαρρείς- τα προηγούμενα και να θέσουν τον επόμενο αύξοντα αριθμό στην ιστορία της λογοτεχνίας…

δεν εννοώ καθόλου βέβαια πως «η σκούπα και το σύστημα» είναι ένας αριθμός στον κατάλογο, γι αυτό το βιβλίο δεν ισχύει αυτό!

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε, και αυτό έχει σημασία, και ο αριθμός αριθμός… με τον ίδιο τρόπο σκέφτομαι για κάποιες ταινίες, μουσικά άλμπουμς, θεατρικές παραστάσεις, τροφές κλπ κλπ, έχει εκπληκτικό χιούμορ, σου ανάβει τα λαμπάκια λες και είσαι επιγραφή στο σύμπαν του συγγραφέα, ροκάρει ασύστολα ενώ φιλοσοφεί σε κάθε ευκαιρία ανολοκλήρωτα και υπαινικτικά…

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε που συχνά δεν καταλάβαινα τι εννοεί ο ποιητής, συγνώμη ο συγγραφές, που δεν είναι άλλος από τον κύριο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, δηλαδή έναν τύπο με χιούμορ οξύ, καυστικό, ευθύ, ενίοτε μαύρο και θλιμμένο, που στρέφεται ακόμα και προς τον εαυτό του αφού αντλεί τις ιστορίες του από

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε διότι «η σκούπα και το σύστημα» είναι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ, ιστορίες υπάρχουν παράλληλα στην ιστορία που διαβάζεις κάθε στιγμή, μικρές παρεκβάσεις απ’ αυτό που ζούμε, θλιμμένες, χωρίς να σε πιάνουν από το λαιμό αλλά τόσο απολαυστικά δυσλειτουργικές που με έκαναν να αγοράσω για πρωτοχρονιάτικο δώρο ένα ακόμα πόνημα του κυρίου Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, το «αυτό εδώ είναι νερό» και να μη μετανιώσω που διαδέχθηκε στις αναγνώσεις μου το «παγοδρόμιο» του Ρομπέρτο Μπολάνο…

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε επειδή έχω αδυναμία στις γιαγιάδες που κληροδοτούν στις εγγονές τους την πίστη πως ο κόσμος είναι λέξεις κι ας είναι αυτός ο λόγος που ενίοτε αυτές υποφέρουν από κρίση ταυτότητας και έλλειψη αυτοελέγχου και καταλήγουν σε ατελείωτες ώρες εγκλεισμού …

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε και για έναν ακόμα λόγο που ακούει στο όνομα «σιωπή» , τέτοια σαν αυτή που υπάρχει εκεί που μένει τώρα ο Γουάλας…

.

 

 

 

 

 


περί συλλογής

είχαν περάσει περίπου 10 λεπτά όταν άρχισα να συλλογίζομαι πού βρισκόμουν…σε σινεμά,σε θέατρο, ή σε ένα επαμφοτερίζον ιδανικό σύμπαν; μετά από περισυλλογή ενός και πλέον μήνα, κατέληξα:

ήμουν καθισμένη σε ένα κλαδί και συλλογιζόμουν τον καλύτερα ξεθωριασμένο εφιάλτη της ζωής μου!

f5

απογειωνόμουν στο ελάχιστο δυνατό ύψος, ώστε να μου επιτρέπεται κάθε φορά να ακούω τα ενδεχόμενα τηλεφωνήματα  στα οποία σαφώς θα απαντούσα «…καλά, ναι…, ναι καλά, χάρηκα που είστε καλά…» και προσγειωνόμουν ξανά στο κλαδί , αδημονώντας να επιβεβαιωθεί ξανά και ξανά η ματαιότητα του ελαφροϊσκιωτου  κόσμου μας όπου ως άνθρωποι-καρτούν ζούμε για να υποφέρουμε΅…

υπήρχαν στιγμές που αντιλαμβανόμουν την ανάσα μου αποθαρρυμένη καθώς συνειδητοποιούσα πως το χάρισμά μου αυτό του σουρεαλιστικού χιούμορ καθόλου δε με βοηθούσε να απεμπλακώ από την τάση να συμφιλιώνω και να συμφιλιώνομαι …

a-pigeon

ίσως έπρεπε να δράσω, να σηκωθώ από το κλαδί, συγνώμη,από το κάθισμα εκείνης της ζεστής κινηματογραφικής αίθουσας, και να πουλήσω με το ζόρι υποκατάστατα χαράς στο αγριεμένο πλήθος των θεατών, ή να το κουτσουλήσω ανελέητα ή ακόμα και να επιβάλλω μια εισφορά αλληλεγγύης υπέρ των δυο πλανόδιων πωλητών οι οποίοι, ειλικρινά το λέω, βγήκαν από την οθόνη και  κάθισαν στην έξοδο της αίθουσας γνέφοντας καληνύχτα στο δυστυχές αγριεμένο υποχθόνιο μπουρζουά πλήθος…

μπόρεσα να τους κλέψω το σακουλάκι του γέλιου, με είχε μαγέψει ως προϊόν, θα ήταν πρώτης τάξεως βοήθημα για τις στιγμές που νιώθω σαν πλαστική όμορφη κούκλα…

μπόρεσα επίσης να κλέψω ένα άλογο από το ιππικό του ηττημένου στον πόλεμο βασιλιά, και να πάω μια βόλτα στην κόλαση, όπου μου αποκαλύφθηκαν :

  • η ομορφιά των απλών στιγμών
  • η ευτέλεια των άλλων
  • το χιούμορ και η τραγωδία που κρύβουμε μέσα μας
  • η δύναμη της ζωής
  • η απόλυτη αδυναμία της ανθρωπότητας
  • η καλειδοσκοπική περιπέτειά μας δεν έχει τέλος

ο Σαμ και ο Τζόναθαν έγιναν οι πιο μισητοί μου φίλοι, απλά και μόνον επειδή δεν σταμάτησαν ποτέ, κι ας πέρασε ένας μήνας από τη στιγμή του αποχωρισμού μας, να μου τριβελίζουν τ’αυτιά πως η χειρότερή μου αγορά στην μόνιμη περίοδο εκπτώσεων που διανύουμε στη ζωή μας, ήταν εκείνη η μάσκα που φοράω κάθε μέρα προκειμένου να δείξω πως όλα τα έχω τακτοποιημένα και υπό έλεγχο…

το μήνυμα ήταν σαφές, με διαπέρασε με σχεδόν μαγικό τρόπο, για να βυθιστεί κάπου πολύ πιο εσωτερικά, σε κάτι που θα μπορούσε να είναι η ουσία μου ως ύπαρξη, ως homo sapiens, και η οποία είναι στ΄αλήθεια υπερβολικά πολύπλοκη, μπερδεμένη και βαθιά για να μπορέσω να την ορίσω. και να σας πω, αν δε δείτε ποτέ αυτή την ταινία, η ζωή σας, όπως κυλά, με ή χωρίς εσάς,  θα μοιάζει με ένα φιλμ, μια αλληλουχία εικόνων, που θα προσλαμβάνεται από τα μάτια, μα δεν θα αποκωδικοποιείται από το μυαλό, και θα μοιάζει με στιγμιότυπο…

δεν ξέρω αν έγινα σαφής, θέλω να πω πως οι ζωές μας καταλήγουν απλά να επικάθονται στο θυμικό, δεν ερεθίζουν το συναίσθημα…

ένα και πλέον μήνα μετά τη θέαση της ταινίας του Άντερσον , μπορώ καλύτερα να ψηλαφώ αυτήν την τόσο απροσδιόριστη ποιότητα της ανθρωπιάς, πατώντας μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες που την συνθέτουν ακριβώς δίπλα μου, νιώθω πλάι μου συνοδό , τον άντρα που κοίταζε προθήκες με βαλσαμωμένα ζώα σε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας,και πάντα νιώθω πάνω μου το περιστέρι σαν μεταφυσικό μαέστρο, να σαμποτάρει ανελέητα με το γουργούρισμά του τα κονσέρτα της ζωής μου…

και τις νύχτες, την ώρα των αξιολογήσεων των ημερών, εκείνο που μετρώ με την διαίσθηση και το ένστικτό μου, θα είναι κάτι τόσο προσωπικό και μοναδικό σαν το ψυχολογικό μου αποτύπωμα εν ώρα ονειρώξεως όπου κάθιδρη θα πετάγομαι έξω από τη λιωμένη μου κουβέρτα για να ψελλίσω «είδα ένα όνειρο που θα μπορούσε να είναι αλήθεια, είχα εμπλακεί σε κάτι αληθινά φρικτό για το οποίο κανείς ποτέ δεν ζήτησε συγνώμη! ούτε καν εγώ»

 


catch 22

τι σημαίνει άραγε catch-22;
πρόκειται για μία από εκείνες τις φράσεις-επινοήσεις που με την πάροδο του χρόνου ενσωματώνονται στο λεξιλόγιο και αναφέρονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, μια φράση του Joseph Heller κληρονομιά του κόσμου, ένας όρος που έγινε συνώνυμος με το παράδοξο της λογικής, όπως τουλάχιστον αυτή στρεβλώνεται στην κυβερνητική και τη στρατιωτική γλώσσα… κι αν η φράση «παράδοξο της λογικής» δημιουργεί, όχι άδικα, την εντύπωση οξύμωρου σχήματος, αρκεί να ανατρέξουμε σε πτυχές της καθημερινότητας, εκεί όπου η προϋπόθεση μετατρέπεται σε προαπαιτούμενο του …εαυτού της!

joseph_heller-catch_22

η κοινή λογική λέει πως τα ψέμματα και η παραμέληση του καθήκοντος είναι αμάρτημα και όπως είναι γνωστό το αμάρτημα είναι κακό και κανένα καλό δεν μπορεί να προέλθει από το κακό… όμως εκείνος ένιωθε ωραία, ένοιωθε  απολύτως θαυμάσια! άρα, ως λογικό επακόλουθο, τα ψέμματα και η παραμέληση του καθήκοντος δεν ήταν αμαρτήματα… ο πόλεμος του προσέφερε θεία έμπνευση, κι αυτή με τη σειρά της την τέλεια εξοικείωση με τη βολική τεχνική της εκλογίκευσης κι αυτό αν δεν είναι σούπερ ανακάλυψη, τι είναι; θαύμα; ναι, ήταν θαυματουργή η τεχνική της εκλογίκευσης… δε χρειάζεται κανένα κόλπο για να μετατραπεί η ανηθικότητα σε αρετή και η συκοφαντία σε αλήθεια, η ανικανότητα σε εγκράτεια, η αλαζονεία σε μετριοφροσύνη, η λεηλασία σε φιλανθρωπία, η κλεψιά σε τιμιότητα, η βλασφημία σε εξυπνάδα, η κτηνωδία σε πατριωτισμό και ο σαδισμός σε δικαιοσύνη…

οποιοσδήποτε μπορούσε να αποκτήσει αυτή την σούπερ τεχνική της εκλογίκευσης αρκεί να ήταν Γιοσάριαν, να ήταν δηλαδή καυστικός, δηκτικός, αυτοσαρκαστικός, πνευματώδης – χωρίς να απαρνιέται την τραγικότητα του αδιεξόδου του – να αντιπαρατίθεται στις δαγκάνες του συστήματος επιστρατεύοντας χωρίς δεύτερη σκέψη ακόμα και ακραίες νοητικές μεθόδους στην προσπάθειά του να δραπετεύσει από τη φυλακή του κόσμου …

αν ήσουν Μερσώ* ή μάλλον Γιοσάριαν, αρκούσε ένας αναβρασμός , μια τρελή παρέα, κι όλη η γκάμα των ορθόδοξων ανηθικοτήτων της ανθρώπινης ιστορίας για να νιώσεις πως αποτελείς πυρήνα της ανθρωπότητας, να νιώσεις κολακευμένος μα και ανήσυχος, γιατί πάντα θα εμφανίζεται ένας σκληρός προϊστάμενος για σε πετάξει έξω στα σκυλιά και σένα και την παρέα σου, λες και είστε συμμορία αλητών…

εκεί λοιπόν, μέσα στο catch-22, τα βραδάκια ήταν σαν απαίσιες χολυγουντιανές υπερπαραγωγές σε Τεχνικολόρ…

εκεί μέσα στο catch-22,το ιδιότυπο ίδρυμα, οι ασθενείς υπογράφουν συμφωνίες με τους γιατρούς για το χρόνο αποθεραπείας και οι γιατροί  εφευρίσκουν νέες ασθένειες, και τους υπόσχονται να μην κάνουν τίποτα για να τους θεραπεύσουν…

εκεί στο catch-22 οι άντρες τα αντέχουν όλα, όσο απογοητευμένοι, δυστυχισμένοι, αποπροσανατολισμένοι, απείθαρχοι και απροσάρμοστοι κι αν είναι, κι αυτό γιατί είναι ανώριμοι, ανίκανοι να προσαρμοστούν στην ιδέα του πολέμου, αντιδρούν ή μάλιστα, γίνονται έξω φρενών στην ιδέα να φάνε μια σφαίρα στο κεφάλι, έχουν εδραιωμένα άγχη επιβίωσης, δεν τους αρέσουν οι νταήδες, οι ψευτοαριστοκράτες και οι υποκριτές, υποσυνείδητα μισούν πολλούς ανθρώπους, ή μάλλον συνειδητά μισούν πολλούς ανθρώπους, αντιδρούν στην ιδέα να τους ληστέψουν, να τους εκμεταλλευτούν, να τους εξευτελίσουν, να τους ταπεινώσουν ή να τους εξαπατήσουν…

στην παγίδα του catch-22, η αθλιότητα, οι ταλαιπωρίες, η απληστία, οι φτωχογειτονιές, η διαφθορά, η εγκληματικότητα, η αμάθεια, βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία σε τέτοιο βαθμό, που η διαπίστωση προκαλεί μια ξέφρενη μανιοκατάθλιψη αν όχι έναν ξέφρενο ενθουσιασμό! μια παγίδα το catch-22 που καθόριζε πως η ανησυχία κάποιου για την προσωπική του ασφάλεια, μπροστά σε πραγματικούς και άμεσους κινδύνους, ήταν  απλά μια λειτουργία του νου…

τι είναι το catch-22

το κατς 22 είναι μια συνταγή για πουρέ του Joseph Heller πολύ επιτυχημένη!

συστατικά: εκατοντάδες πλάκες στρατιωτικό σαπούνι μαζί με πουρέ από γλυκοπατάτες μόνο και μόνο για να δείξει πως οι άνθρωποι έχουν γεύση βαρβάρων και δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά του καλού από το κακό!

τρώγεται ή όχι;

όχι ; η επιλογή ανάμεσα στο ναι και το όχι σας πληροφορώ πως δεν υφίσταται,  είναι απλά ψευδαίσθηση…

Μερσώ*: ο «Ξένος» του Αλμπέρ Καμύ


δεν ξέρω, ίσως…

6fd819acbc27b15a16227874aaa4daf1

ο κόσμος έπαψε να είναι ρεαλιστικός!

και τώρα τι κάνουμε; επιστρατεύουμε τη φαντασία;

αν το κάνουμε, τότε πρέπει με κάποιο τρόπο να αποτυπώσουμε τι υπάρχει κάτω από ένα ας πούμε πεδίο μάχης, δηλαδή τους αγγέλους και τους διαβόλους, τους θεούς με τα παντοδύναμα όπλα τους και τα φαντάσματα…

κάπως λοιπόν πρέπει να φανεί το μεταφορικό κάτω από το χειροπιαστό, αυτό που κινεί τα πάντα, αυτό που σπρώχνει τα πράγματα να συμβούν…

και πώς θα γίνει αυτό;

δεν ξέρω ,ίσως κοιτάζοντας στα σωστά μέρη…

φωτογραφία Robert Frank, Pablo and Andrea, NYC, 1959.


το χαμένο σαββατοκύριακο

μια φορά κι έναν καιρό, ένας σκωτσέζος στρατηγός, που τον έλεγαν Μάκβεθ, πίστεψε τις μάγισσες που του είχαν πει πως θα γίνει βασιλιάς της Σκωτίας, σκότωσε τον βασιλιά, πήρε τον θρόνο και ζούσε κλεισμένος στον πύργο του τον Ντάνσινεν, αλλά βασανιζόταν από αϋπνίες και αρχίζει να επισκέπτεται το μαντείο των Δελφών, τις μάγισσες εννοώ, που του προλέγουν ότι δεν θα νικηθεί παρά μόνο τη μέρα που το δάσος του Μπέρναμ θα κινήσει νά ‘ρθει στο Ντάνσινεν…

μια φορά και δυο καιρούς ο Ντον Μπέρναμ, συνονόματος του δάσους, ένας καθόλου τυχαίος πότης, ένας καθόλου κοινός μέθυσος, χάθηκε στο σύμπαν του αλκοόλ, άρχισε να βλέπει οράματα, να πλέει σε σκοτεινά καφκικά πελάγη εξιλέωσης, με ένα πλοίο  εύθραυστο, γυάλινο, με πλήρωμα τα φαντάσματά του, κουπιά τις παραμορφωμένη μοναξιά του, κατάρτι την πεισματική του άρνηση και πανιά τις περίτεχνα κουρελιασμένες δικαιολογίες του  και πετούσε στη θάλασσα της  ευημερούσας, δήθεν, κοινωνίας, όποιον δεν συμμεριζόταν το πάθος του…

«το βαρόμετρο του εσωτερικού του κόσμου προμήνυε ταραχές», δεν υπήρχαν εναλλακτικές ούτε παρερμηνείες, ο Ντον είχε δραπετεύσει από αυτή την κοινωνία, ή είχε αποβληθεί, το ίδιο μας κάνει, και είχε ενταχθεί στις στρατιές του μοναχικού πλήθους που όλο και μεγάλωναν παρεμππιπτόντως σήμερα είναι ανυπολόγιστος ο αριθμός των μελών τους και αφού ούτε εκεί το εγώ του δεν αξιολογήθηκε δεόντως, απέρριψε κάθε κοινωνική αξία και κρύφτηκε στους ίσκιους του δάσους του… Μπέρναμ! δε θέλησε θεατές, αν και κάθε παράσταση πάντα έχει, δεν έκοψε εισιτήρια αν και με λίγα δολάρια η διαταραγμένη του ισορροπία θα μπορούσε πρόσκαιρα να αποκατασταθεί, σύρθηκε κάτω από τη χαραμάδα απ’όπου ξεπηδούσαν αλκοολούχες αναθυμιάσεις, πήδηξε απ’το παράθυρο, περπάτησε ανυπολόγιστα χιλιόμετρα, καίγοντας ίχνη, έφτασε στο πολυπόθητο πέλαγος του αλκοόλ ,ρούφηξε κάθε του σταγόνα κι όταν έφτασε στον πυθμένα του εφιάλτη παρέα με τα κουρελιασμένα του οράματα και όπως συμβαίνει πάντα σε όποιον φτάνει στον πάτο, οι επιλογές είναι δύο: ή θα σηκωθείς ή θα αφεθείς!

thumbnail

η μαθητεία της αυτοκαταστροφής, ρεαλιστική, ανελέητα ακριβής, χωρίς λογοτεχνικές εξάρσεις, χωρίς εντυπωσιασμούς μελοδραματικούς, αλλά απόλυτα λιτή  η μυθιστορία του Τσαρλς Τζάκσον, αποτύπωσε στο μυαλό και στην καρδιά μου τα παθήματα ενός εξαρτημένου ανθρώπου που τη μια στιγμή είναι εύθραυστος σαν λεπτό γυαλί και την άλλη άγριο θηρίο,μεταδίδει μια αλκοολούχα τρέλα και ένα μοναδικό παράδειγμα προς αποφυγή(;) και το κείμενο παλλόμενο από την αρχή ως το τέλος !

καταδέχτηκα την πρόσκληση του αντιήρωα Ντον Μπέρναμ,  για ένα σαββατοκύριακο στο πανηγύρι της παράνοιας, εξάλλου ο καθείς και οι εμμονές του, ξέροντας πως θα υπάρξουν ταραχές,ξέροντας πως το τέλος δε θα ήταν καλό, αλλά, «το τέλος βρίσκεται μες στην αρχή κι ωστόσο συνεχίζουμε» κι αυτή τη φράση όπως είπε Ντον,το λέω κι εγώ, θα μπορούσα να την έχω γράψει εγώ!ή θα μπορούσα το ημερολόγιο του Ντον να το συνεχίσω εγώ όταν εκείνος με «άφησε», γιατί απλά οι εξαρτήσεις και ο χρόνος ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά, ο χρόνος γίνεται μέγγενη και οι απώλειες μόνο με εξαρτήσεις μπορούν να εξοικονομηθούν…

άχρηστες πληροφορίες : ο Τσαρλς Τζάκσον, συγγραφέας του ενός βιβλίου, έγραψε Το Χαμένο Σαββατοκύριακο, 360 σελίδες που βρωμάνε αλκοόλ,  το 1940 , ήπιε τόσο πολύ, μέθυσε σε τέτοιο βαθμό, έβγαλε άλλα τόσα  δολάρια με τη συγγραφή ώστε κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν αξίζει τον κόπο και πρόσφερε την περιουσία του στην υπηρεσία της μεγάλης τέχνης του ανθρώπου, τη λογοτεχνία…


ένα χτυπημένο μήλο στο… Xάρλεμ

που είμαστε;
στο «Χάρλεμ» είμαστε! δεν ακούς τζαζοτρομπέτες;
λοιπόν τι κοιτάς; το ζήτησες και σου ρθε!
τα ρουθούνια της διεστάλησαν και εισέπνευσε τη μυρωδιά του!
μπορώ να μυρίσω φιλόσοφο,είπε ενθουσιασμένη
κι άλλη εισπνοή…
βρωμάτε όλοι σας όπως ο Θαλής!
θα μπορούσες να ζέχνεις λιγότερο! του φωνάζει…
κάνεις λίγο πιο αριστερά…σαμιαμίδι; μου κρύβεις τον τζαζίστα!
πάντως δε με λένε Όμηρο!και δεν είμαι σαμιαμίδι!
παύση…
και συ με τέτοιο στόμα , δε θα πεινάσεις ποτέ!
αδιαφορία για απάντηση
πώς πάνε τα πράγματα;
εκείνη δεν απάντησε
το βλέμμα της διέτρεχε το χώρο, μετά στάθηκε πάνω του…
έπρεπε να το ξέρω ότι είσαι φιλόσοφος, όλοι οι άσχημοι και μονοκόμματοι είναι φιλόσοφοι! προσπαθούν να μας ψήσουν ότι το μυαλό είναι αρκετό κι ένα καλό σώμα όχι!
άσε με στον τάφο μου…μονολογεί σχεδόν εκείνος
γιατί ενοχλείς τους νεκρούς; δε σε ανέχεται κανένας απ τους ζωντανούς; ρωτάει εκείνη επίμονα…είσαι τόσο βαρετός που οι ζωντανοί δεν έχουν χρόνο για σένα ε;η φωνή της σφύριξε σαν φλόγα γκαζιού…
όσο φτωχή και άμοιρη κι αν είναι μια χώρα, έχει δέκα φορές παραπάνω φιλοσόφους απ’ όσους χρειάζεται!συνεχίζει ασταμάτητη…
κοιτάζει γύρω του…μπουκάλια στη σειρά στο ράφι…γεμάτα, άδεια, μισογεμάτα, μισοάδεια…
μέχρι το τέλος της επόμενης βδομάδας, μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου, μέχρι το τέλος αυτού του  αιώνα σίγουρα μέχρι το τέλος του επόμενου αιώνα κανείς από εμάς εδώ δε θα υπάρχει!
φιλόσοφος σε σκόνη!το να προσθέσεις νερό δε θα αλλάξει τίποτα, αν και ίσως λίγη βότκα…
να μαστε πάλιιιι…μουρμουρίζει εκείνη
ιτάιγ; ιτάιγ; γιατί αφήνουμε τα υπερκόσμια κρεβάτια μας για να ‘ρθουμε εδώ;εκείνη επιμένει…
δεν έχει νόημα μαζί σου, της απαντά
αν δεν έχει νόημα, ποιο είναι το νόημα; ρωτά και κολλά την αυθάδικη μούρη της στη δική του και αν έχει νόημα , ποιο είναι το νόημα;ρωτά και του κολλά ένα φιλί στην ιδρωμένη μούρη…
ένας ιδρωμένος φιλόσοφος που ζέχνει… έχεις κάτι πολύ τρυφερό πάνω σου, του λέει,μου θυμίζεις ένα χτυπημένο μήλο!
κάποιο συγκεκριμένο είδος χτυπημένου μήλου; τη ρωτά λοξά κοιτώντας την
ένα χτυπημένο μήλο παρατημένο στο πεζοδρόμιο μετά από τη λαϊκή!
τι σύμπτωση και συ το ίδιο φρούτο μου θυμίζεις, της λέει
ένα χτυπημένο μήλο !φωνάζει έκπληκτη…
τραγανό, γεμάτο βιταμίνες, αλλά μωλωπισμένο και που  δεν το θέλει κανείς; προσθέτει, επειδή δεν έχει την όψη που θα πρεπε να έχει ένα μήλο; ρωτά και ξαναρωτά
δεν μπορείς να μου κρυφτείς, η κούρασή σου είναι τρομακτική…πέσε για ύπνο, της λέει
μα σε ύπνο είμαι, πάντα! του απαντά…
ωραία θα δαγκώσω στη ζούλα λίγο χτυπημένο μηλαράκι…χωρίς να με πάρεις χαμπάρι! της ψιθυρίζει…

 


σεισάχθεια

και μέσα σε αυτή τη ζηλευτή ειρήνη, πόσο εύκολη είναι η ονειροπόληση…πόσο μεγαλώνει μόνη της… εδώ ο σουρεαλισμός ξαναπαίρνει όλα του τα δικαιώματα… σου δίνουν ένα γυάλινο μελανοδοχείο που κλείνει με ένα φελλό σαμπάνιας, και να! εκπωμάτωσις! φύγατε εικόνες, πέσετε σαν χαρτοπόλεμος, εικόνες, εικόνες, παντού εικόνες…πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων, μέσα στα πιάτα τους, στις φούχτες τους…

βεβαίως, έτσι όπως με βασανίζει τελευταία μια ταραχή, πετάω το φελλό από το παράθυρο, πίνω το περιεχόμενο, διότι θα προτιμούσα να έπινα μια σαμπάνια, παρά να συνεχίσω να γράφω… σηκώνομαι, χτενίζομαι τρεις φορές, μήπως κι έρθει κανείς, αυτό το σκέφτηκα μόλις άνοιξα τις κουρτίνες και είδα μια κάποια κίνηση στον δρόμο… ένα σύρε κι έλα σκέψεων, είναι η κίνηση στους δρόμους…απορροφώμαι όταν δω κάποιον από τους περαστικούς να ξαναπερνάει, ω τι πρόβλημα! πρέπει να σκεφτώ τι ζητά κανείς όταν επιστρέφει…

και μέσα σε αυτή την υπέροχη και αποκρουστική εποχή, που προτιμάει σχεδόν πάντα τις ανησυχίες από τους καημούς της καρδιάς μου, φορτώνω την αλήθεια μου σε επιλεγμένους περαστικούς, και ανεβαίνω στον κυλιώμενο τάπητα μιας συνείδησης αναφωνώντας: μέτωπό μου σκεφτικό ή μέτωπό μου ανάλαφρο, εξαφάνισε τις υποψίες που σου ξυπνάει η όραση, στείλε μια σκέψη στα χέρια μου, μη γράφετε πια, στείλε μια σκέψη στα βήματά μου, πηγαίνετε ως την κάβα της γωνίας!


rien…

a quoi bon

τίποτα πραγματικά, που να αξίζει τον κόπο να το φυσάς και να μην κρυώνει που σου την έσκασαν…

ακούστε το τραγούδι της πλήξης πάνω σ’ένα σκοπό γνωστό, το γνωστό τραγούδι πάνω σ’ένα σκοπό πλήξης…

η πλήξη βλέπει να περνάει ο κόσμος στο δρόμο, μπαίνει σ’ένα καφενείο, βγαίνει, μπαίνει σε ένα κορίτσι,βγαίνει, αναστατώνει μια ζωή, φεύγει…

θα σκότωνε σίγουρα, παραιτείται, θα σκοτωνόταν…

είναι η δεύτερη στροφή του τραγουδιού και έτσι λοιπόν εκείνη τη μέρα, η πλήξη ήταν καθισμένη στο τραπέζι κι έκανε απλά κι ωραία σαν να βρισκόταν σπίτι της, είχε ανασηκώσει τα μανίκια της κι είχε γράψει μικρά διηγήματα που μου διάβασε…

«ένα κοπάδι σιωπές ζυγώνει, φαίνεται πως ζητωκραυγάζει κάποιον μέσα σε ένα καθρέφτη, είναι ο απεργός πείνας με τα πλατινένια μανικετόκουμπα…»

 

 

 

 


χάρτινοι ναι, αετοί όχι…

ότι μπόρεσα ν’ αποκτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μου’ δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.

δεν παίζω με τα λόγια… μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη «στιγμή» όταν καταφέρει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια…οπόταν, πραγματικά, και η Θλίψις γίνεται Χάρις και η Χάρις Άγγελος. Η Ευτυχία Μοναχή και η Μοναχή Ευτυχία
με λευκές, μακριές πτυχές πάνω από το κενό,

ένα κενό γεμάτο σταγόνες πουλιών, αύρες βασιλικού και συριγμούς υπόκωφου Παραδείσου…

Οδυσσέας Ελύτης , Μικρός Ναυτίλος

φορτωμένοι με μια ανάσα,μεγαλύτερη απ’ το μπόι τους, ανύποπτοι και καθόλου σημαντικοί, χαμογελάνε και φεύγουν μια μέρα, χωρίς ανέμους ευνοϊκούς…

αρκούμενοι σε ενορχηστρώσεις, αποχωρούν μέσα από αυτές…

εξάλλου ένα ατέλειωτο φευγιό η ζωή μας, όσο κι αν ένας σπάγκος επιμένει να μας κρατάει στο χώμα, ο χαρταετός μας σκαλώνει αιωρούμενος ανάμεσα σε τάσεις υψηλές, επιβεβαιώνοντας ξανά την πάλη και πάλι και ξανά, πόση εγκατάλειψη κουβαλάει κανείς πάνω του…

ακόμα κι αυτός που κανέναν δε βασάνισε στην αθόρυβη ζωή του, ακόμα κι αυτός που πάσχισε αμίλητος κι ασήμαντος, ακόμα κι αυτός που απλά κρυφάκουγε τη ζωή,ακόμα κι αυτός που μια ζωή τα ζύγια του, βαριά, τον κρατούσαν προσγειωμένο…


καυτός ήλιος…

στοχαστικός και ευθύς, με βιώματα ώριμα πια, ευφυής, αφού δεν πέφτει στην παγίδα της πολεμικής εμφυλιακής κατάστασης που βίωσε η χώρα του, παρά μόνο όταν την περιδιαβαίνει με μια κάμερα σε ένα μουσικό road movie, ο Ντάλιμπορ Μάτανιτς, με τρεις διαφορετικές ιστορίες, επεξεργάζεται το θέμα: «ερείπια ζωών και σπιτιών»

αδυναμία συγχώρεσης, τόνοι ενοχής, αδιέξοδα συνύπαρξης…

04-zvizdan-prozor

αγρίμια οι άνθρωποι, κι ο έρωτας μισός, οι ρωγμές δεν επιδιορθώνονται, οι σχέσεις δεν αντέχονται, οι ζημιές δεν διορθώνονται,το κυνήγι συνεχίζεται, ο κυνηγός όμως κυνηγά τον εαυτό του νύχτα μέρα…

σαν όρνιο , η ευθύνη μετεωρίζεται επάνω στον τόπο, στους ανθρώπους…

η μόλυνση δεν γιατρεύεται, περνά τόσο βαθιά, που οι αισθήσεις την αποθηκεύουν και την κάνουν βραδυφλεγές πεπρωμένο!

τρεις ιστορίες, παράξενα απρόβλεπτες, με παράξενα ευάλωτους πρωταγωνιστές, με ρυθμούς χαμένους, που ζέχνουν δυσανεξία και  θάνατο…

1991, 2001, 2011… τρεις δεκαετίες, τρεις γενιές…η Σερβία η Κροατία και ο Μάτανιτς!

1η ιστορία, ένας έρωτας υπό κατασκευή…

2η ιστορία, ένα σπίτι υπό επισκευή…

3η ιστορία, ένα μυστικό υπό …

Τιχάνα Λάζοβιτς, Γκόραν Μάρκοβιτς, οι δυο πρωταγωνιστές και των τριών ιστοριών, παίζουν με τα πρόσωπα, τα κορμιά, τις ανάσες τους που ζέχνουν θάνατο, μίσος, και απόγνωση, παίζουν με το βλέμμα τους που αντανακλά μικρές ελπίδες…

πολλά στοιχεία σε αυτήν την ταινία λειτουργούν υποσυνείδητα, από επαναλαμβανόμενα οπτικά μοτίβα, που οδηγούν στη θέαση του γεγονότος όχι ως μέρος μιας γραμμικής ιστορίας, αλλά ως σχήματος σπειροειδούς… εξάλλου αν και ο κόσμος συνεχώς αλλάζει, τα φαντάσματα του παρελθόντος μπορεί να συνεχίζουν να μας εκπλήσσουν αρνητικά ακόμη κι αν ζούμε κυριολεκτικά στο σήμερα…

πανέμορφα πλάνα, υπέροχη φωτογραφία, ιδιαίτερη η σημασία των υποβρύχιων εικόνων και στις τρεις ιστορίες…

κι εγώ φυσικά, να βγαίνω από την αίθουσα γεμάτη ερωτήματα που δεν επιδέχονται απαντήσεις, ερωτήματα που μια βδομάδα μετά, ο χρόνος που κύλησε, συναγωνίζεται τις τρεις δεκαετίες… και καθώς σκέφτομαι τώρα, τον χρόνο των ηρώων, τον άπλετο, τον ακάλυπτο, τον χρόνο που δεν πιέζει κανέναν αφού όλοι μια υποχρέωση έχουν, την επιβίωση, προσθέτω κι άλλα ερωτήματα στα ήδη υπάρχοντα, και περίκλειστη μένω από μνήμες νωπές κι αταξινόμητες, που τυχερή είμαι που δεν έχω…

ο «καυτός ήλιος» του Μάτανιτς, είναι μια μετά – κατάσταση…

ο σκηνοθέτης συνοψίζει την πρόσφατη δραματική ιστορία της πατρίδας του σε τρεις θεματικές ενοποιημένες ενότητες, τόσο γνωστικά δραματοποιημένες, με μια αφήγηση λιτή, στιβαρή και άψογα σταθμισμένη στις κλιμακούμενες εντάσεις της, που αν δεν παρασυρθεί κανείς από τη συγκίνηση, αν δεν αφεθεί στην ελπίδα που αποδεσμεύεται με το σταγονόμετρο, αν μη τι άλλο, είναι αναγκαίο, αν βέβαια κανείς μπορεί ακόμη, ζώντας στη χώρα μας, να ζει απροσπελάσιμος απ’ όλα όσα συμβαίνουν-πρόσφυγες, εθνικιστικές εξάρσεις, φτώχεια, ανεργία, ρατσισμός- να υποχρεωθεί να δει την ταινία αυτή, και μετά να γράψει εκατό φορές τη φράση:

θα ξαναπιάσουμε το κομμένο νήμα της ευημερίας, μόνο αν σταματήσουμε να αντικρίζουμε τη σκιά μας …

σωστά τα λέω καυτέ ήλιε;


Le Cinéma va à l´école

Blog dédié au projet eTwinning entre Grèce et Espagne du même titre

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Αυθόρμητες μεταβολές

του Λευτέρη Παπαθανάση

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Redflecteur

About Art and Politics

απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

lerestnadine

This WordPress.com

Γιάννης Γρηγοριάδης

Ερμηνεύοντας την πόλη

Bouquet of dreams

Yes Darling, but is it Art?

Marionettes Inc.

No strings attached

Harry's Music

Harry Smith's Anthology of American Folk Music

Land Streicher

“Our battered suitcases were piled on the sidewalk again; we had longer ways to go. But no matter, the road is life.” Jack Kerouac