Category Archives: mea culpa

άπιαστο

αναχωρήσεις μακρινές και κοντινοί ίσκιοι

δε θέλω να κλείνω κύκλους

κι ωστόσο πορεύομαι σε δρόμους πλατιούς και γκρίζους

η καρδιά μου βουρκωμένη κι αβυθομέτρητη

δε συνηθίζει ποτέ την επανάληψη

η σκέψη μου νωθρή και μισοκοιμισμένη

δε συγκρατεί τους στεναγμούς

το βλέμμα μου και μόνο αρκεί για να εγκαινιάσω το ταξίδι

-α! κουράστηκα, δώστε μου μια καρέκλα-

το μυαλό μου, κούφιο σκοτεινό και ζηλόφθονο

δε με φέρνει στα συγκαλά μου

τα μάτια μου σεργιανίζουν πέρα δώθε σαν δυο βότσαλα, μα δεν καταφέρνουν να φυλακίσουν ούτε τα αόριστα τοπία που διασχίζω, ούτε τις μυστηριώδεις μέρες που μοιραζόμαστε, ζαλισμένα με αλαφροκοιμίζουν και τότε εγκαταλείπω την προσπάθεια να κοιμηθώ σε βαθύ κρεβάτι, τα βλέφαρά μου χαμηλώνουν, δεν ξέρω ποιος ή γιατί με κοιτά, ζωηρεύουν μέσα μου λιθόστρωτα και τρέχω δίχως να ξέρω προς τα πού, και η μέρα φεύγει δίχως να ξέρει αν θα ξανάρθει, η νύχτα πέφτει δίχως να υπόσχεται πως θα σηκωθεί, νιώθω γαλήνη 

και ξέρω πως κανείς, όσο κι αν του ‘κανε γούστο, δεν μπορεί να μου τη στερήσει 

-α! δίψασα, φέρτε μου ένα ποτήρι νερό-

από τα όνειρά μου κατάγομαι και είμαι αυστηρά σε αυτά δοσμένη

από τα όνειρά μου τρέφομαι και είμαι επιεικώς σε αυτά ευγνώμων

κι αυτά κι εγώ μύχιοι συνένοχοι και συχνά πλησίον μιας ομολογίας, σερνόμαστε ευγενικά και σέρνουμε έγνοιες καθημερινές, βηματιστά δίχως μίση και λύτρα αφού η μόνη απαγωγή που επιτεύχθηκε από την συνεργασία μας ήταν αυτή προς την άτοπο 

εκεί σε προσκαλώ με τα γραφόμενά μου, εκεί να αναζητήσουμε τα ευνοϊκά σημάδια στα πράγματα του κόσμου, να παραμονέψουμε το νέο ποίημα που γεννιέται από το τίποτα, να πειστείς πως μόνο τυφλωμένος από αγάπη μπορείς να δεις πως όλα αυτά που λέω δεν είναι απλά υφασμένες λέξεις και συναρμογές του λόγου, πληθυντικοί και ρήματα ή ενικοί προσδιορισμοί, είναι η βάση των αισθηματικών ενθουσιασμών μας, είναι η παρακαταθήκη των κοινών παθών και παθημάτων μας, είναι ζυγιασμένα βάρη σε ζυγιασμένα στήθη που πάλλονται με τόσους παλμούς και πόθους, τόσες αφορμές συγκινήσεων και παρορμήσεων, όσες φέρνει στο αυτί του ακροατή το πιο ευαίσθητο ακουστικό…

-α, πάψτε πια, βάλτε μου κάτι ν’ακούσω-

Advertisements

η κυρά της λίμνης είπε:

20180127_124347

έχω χρόνια τώρα στεριώσει πάνω σε αιωρούμενες υπόλευκες πρωινές θαμπές εικόνες

με το μαντικό του δάχτυλο και με γνώση το θαμπό πρωινό με οδηγεί σε νέα περιπλάνηση

ο νέος ήλιος δεν προδόθηκε, απλά σεβάστηκε το καμωμένο από το μηδέν πεπρωμένο μου

και καλώς, επισφαλή θεώρησε την μεγαλοπρέπεια του να επιβάλλει στις όχθες της λίμνης

γύρω της, όλο κλαδιά ο χειμώνας, αλύγιστος, είχε περικλείσει τη νέα συγκομιδή σκέψεων

πάνω της, οι μετέωρες χιονισμένες βουνοκορφές έθεταν ευτυχώς λαθεμένα τα όριά τους

μέσα της, μισοτελειωμένα τα κρωξίματα κορμοράνων βυθίζονταν κυνηγώντας στα θολά

είναι καιρός, πολύς καιρός, σου εμπιστεύομαι, που μαλώνω με την λίμνη στον ύπνο μου

διαλέγει πάντα, τότε να έρχεται από μακριά, για να με κοροϊδέψει, σπάνια απαλή σαν τώρα, λες και άλλο τούτο δεν μπορεί να βαστάξει, να μην είναι δηλαδή η ευχαριστημένη παρουσία μου κοντά της

διαλέγει πάντα, να σκορπίζει στο σκληρό μου μαξιλάρι, φόβους, καταπλήξεις, χίμαιρες και ξυπνήματα αποσβολωμένα, να σπρώχνει κάτω από το κρεβάτι μου σωρούς αποφάσεις αναποφάσιστες, λες και υποσχέθηκα ποτέ στην αμφίβολη διαύγειά της, πως μια μέρα θα την ρουφήξω με μια ανάσα ως τον πάτο

ο κλονισμός της καθησύχασε σαν άκουσε πως δε χρειάστηκε ποτέ να δει κανείς για να πιστέψει πως τα σύννεφα που βαραίνουν τον ουρανό που μας σκεπάζει,αν τύχει κι απλωθούν σε μάκρη και σε πλάτη, αν πρηστούν, θα καταφέρουν αναμφίβολα στο τέλος να μας βρέξουν κι εμένα κι εκείνη και όλους όσους ίδια νιώθουν, με το ίδιο νερό που στα όνειρά μου μια μέρα ρούφηξα ως τον θολό πάτο

με πρόσωπο αλλοιωμένο, κουρασμένο, πάσχον, που του ξέφευγαν λόγια ήρεμα, μου χάρισε τις τελευταίες της αδιάκριτες σχεδόν συμμετρίες της, τις ανεπιτήδευτες αρμονίες της και τις υπέρτατες αντανακλάσεις της, περνώντας τον οργανισμό μου από μια δοκιμασία, ίσως από διαφορετικές δοκιμασίες και σε διαφορετικά επίπεδα, διαδοχικά, προσβάλλοντας τα όργανά μου ήπια κι ενίοτε παράξενα, και χάθηκε απ’τα μάτια μου χωρίς φυσικά να ακούσει την διακριτική μου παρατήρηση:

ο άσπρος ήλιος σκόρπισε το θάμπος μας μα ξέρω πως υπάρχει …

 

 


Ξεδιψώ βαθιά

τα μάτια μου τα χέρια μου όλο το βασίλειό μου

τα μάτια μου το στόμα μου και oι χούφτες μου

οι  φυλακισμένες λέξεις  μου

η πλατιά ατέρμονη σκέψη μου

μιλούν για ένα συμβόλαιο σε καμιά σελίδα εμπιστευμένο

μα σε ενός φορέματος στο στρίφωμα κρυμμένο

μια συμφωνία που λέει πως τόσο πολύ έχω ονειρευτεί τόσο που πια δεν είμαι

που λέει πως …

το σπίτι μας θα άνοιγε διάπλατο σε περιπλανώμενους

τα χέρια μας κλαδιά θα ψήλωναν σαν φλόγες

αεράκι παράξενο θα φύσαγε στην μικρή αυλή μας

απέραντες μηδαμινές οι πνοές μας θα συνενώνονταν μαζί του

η απόσταση των ονομάτων μας από τους εαυτούς θα μηδενιζόταν

η καρδερίνα μας θα τραγούδαγε για να ανοίξουν τα βλέφαρά μας

τα φρούτα μας θα ωρίμαζαν με θόρυβο την άνοιξη

τα αγριολούλουδα θα ξώφλαγαν το χρέος τους τον χειμώνα

το πήγαινε έλα των μελισσών θα σταμάταγε ξοδεμένο σωστά

θα περπατούσαμε στη σκιά με βήματα αργά

οι αγωνίες μας θα καρφώνονταν πίσω από την γραμμή του ορίζοντα

οι ελπίδες μας θα ξαπόσταιναν στην όχθη των τραγουδιών μας

στον κόρφο μου θα φώλιαζε πάντα ένα φτερούγισμα

στο στόμα σου θα γεννιόταν πάντα μια δροσερή πηγή

χιλιάδες τραγούδια τον ύπνο δε θα άφηναν να μας πάρει

δε θα καταλαβαίναμε τις ώρες

δε θα ξέραμε να υπολογίζουμε

δε θα μπορούσαμε να συνηθίζουμε

τα σκοτάδια θα τα ανταμώναμε μεσημεράκι

και το φως στη μέση της μαύρης νύχτας

οι ύπνοι μας πράοι πραότατοι

τα σεντόνια μας μυρωμένες λωρίδες

το κρεβάτι μας χωρίς κουπιά βάρκα ξύλινη

και πιο πέρα το μέγας φάρδος του κόσμου

κι όλα τα αναλώσιμα

η ύπαρξή μας θα εναπόθετε την ευδαιμονία της στην γύρη των ανθέων

και η ευδαιμονία μας θα ήταν μια ιστορία που μόλις προσπάθησα να πω και μόλις προσπάθησες να ακούσεις

μα τίποτα δε θα γινόταν αν πίστευες πως είμαι ένα τίποτα για σένα

 

 


αντίδωρο…

-Θεατή κράτα την πνοή σου , μην τυχόν βέβηλο χνότο καταστρέψει την μαγική επιφάνεια, χνότο γίνε αεράκι και χάιδεψε τη σάρκα την κρουστή που μυρμηγκιάζει μονομιάς

Αμέτρητες γραφές σε δύο χιλιάδες άγραφες σελίδες απλώθηκαν στα συρτάρια σε συστοιχίες

Αδύναμο αραιωμένο αλκοόλ περπάτησε στις φλέβες των ποδιών και λιώσε σαν κερί την τέχνη όλων των χορών

-Άπληστε εσύ, την στέρηση γης και ουρανού φυλάκισες σε δρύινα βαρέλια καιρό τώρα

-Είναι τέχνη να ζει κανείς αξιοπρεπώς με τα σφάλματά του δε λέω, αλλά δεν είναι σαν να μην έγιναν καλά αν τα έχουμε κρυμμένα

Λάμπουν και καθρεφτίζονται εξαίσια  στο βλέμμα, ανεβαίνουν στο στήθος σαν κόμποι από ναυτικά σκοινιά,  τα λυτά μαλλιά βρέχουν σαν φουσκωμένα αφρισμένα κύματα,  σαν νότες από ζωγραφιστό δοξάρι τυλίγονται σε πόδια ανοιχτά κι ανθίζουν στον ποδόγυρο σαν ρόδα και αγκάθια

Η στάση ύπτια, αιχμάλωτη απροσδιόριστα μες στο μηδέν το ευρυγώνιο , με εντάφια αταραξία, ξεγυμνώνει τα λόγια, ξεφτίζει την κενή ηδονή, κοιμάται ή κυματίζει

Λαμπρό καμπύλο κορμό, το σώμα κισσός, σαν ζώνη αλήτικη, λυμένο παρόν απόν, τρυφερό μα και με ταπείνωση, σε αναίσθητο σημείο οδηγεί με αρχιτεκτονική μυστική

Το πήγαινε έλα, χαρίεν, ελαφρύ, ταιριαστό, ρεμβάζει και συμπληρώνει το κάδρο

Εκείνη, ανοίγει τα μάτια, με φωτίζει, με σπαράζει, με ικετεύει, μούσα είναι, μου υφαρπάζει τις λέξεις, τις νότες, την προετοιμασία

-Θα πάμε πιο μακριά χωρίς να προχωράμε, έλα, μου λέει, γύρε, άκου, σιώπα

Την σιωπηλή μου σκέψη πώς να εκφράσω, οι λέξεις μου απλώθηκαν στην ποδιά της, αντίδωρο

DSC000722-1


δεν ξέρω, ίσως…

6fd819acbc27b15a16227874aaa4daf1

ο κόσμος έπαψε να είναι ρεαλιστικός!

και τώρα τι κάνουμε; επιστρατεύουμε τη φαντασία;

αν το κάνουμε, τότε πρέπει με κάποιο τρόπο να αποτυπώσουμε τι υπάρχει κάτω από ένα ας πούμε πεδίο μάχης, δηλαδή τους αγγέλους και τους διαβόλους, τους θεούς με τα παντοδύναμα όπλα τους και τα φαντάσματα…

κάπως λοιπόν πρέπει να φανεί το μεταφορικό κάτω από το χειροπιαστό, αυτό που κινεί τα πάντα, αυτό που σπρώχνει τα πράγματα να συμβούν…

και πώς θα γίνει αυτό;

δεν ξέρω ,ίσως κοιτάζοντας στα σωστά μέρη…

φωτογραφία Robert Frank, Pablo and Andrea, NYC, 1959.


Le Cinéma va à l´école

Blog dédié au projet eTwinning entre Grèce et Espagne du même titre

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Αυθόρμητες μεταβολές

του Λευτέρη Παπαθανάση

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ (*) ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ (*) ΚΑΠΟΤΕ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Redflecteur

About Art and Politics

απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

lerestnadine

This WordPress.com

Γιάννης Γρηγοριάδης

Ερμηνεύοντας την πόλη

Bouquet of dreams

Yes Darling, but is it Art?

Marionettes Inc.

No strings attached

Harry's Music

Harry Smith's Anthology of American Folk Music

Land Streicher

“Our battered suitcases were piled on the sidewalk again; we had longer ways to go. But no matter, the road is life.” Jack Kerouac

Αρέσει σε %d bloggers: