Author Archives: katabran

μικρόν μικρότατον

άνθρωποι είμαστε;

μια απώλεια από την εποχή της φιλανθρωπίας είμαστε;

μια σκατένια προφητεία περιμένουμε;

λόγια είμαστε!

και διαπερνούμε  όχι μόνο τη  ψυχή  και το νου, μα και όλα τα σημεία του κορμιού 

μ’ ένα κλικ ελευθερώνουμε νότες γύρω μας, μέσα μας

μπροστά μου, ένα άσπρο χαρτί, ένας λευκός καμβάς, ένα λευκό όνειρο

ένα χρώμα και ένα συναίσθημα,  ενορχηστρωμένα

θυμήσου γιατί είμαι αέρας , είπε η έρημος

θυμήσου, μην τυχόν χαθούμε, απάντησε ο κόσμος

θυμήσου πως όσο περισσότερο μιλάμε, τόσο λιγότερο ακούμε, ψιθύρισε ο άνεμος

θυμήσου τα χαμόγελα με κλειστά μάτια, μόνο τα χαμόγελα με κλειστά μάτια μου αρέσουν,τα μικρά χαμόγελα του ύπνου, τραγούδησε η βροχή

Advertisements

άπιαστο

αναχωρήσεις μακρινές και κοντινοί ίσκιοι

δε θέλω να κλείνω κύκλους

κι ωστόσο πορεύομαι σε δρόμους πλατιούς και γκρίζους

η καρδιά μου βουρκωμένη κι αβυθομέτρητη

δε συνηθίζει ποτέ την επανάληψη

η σκέψη μου νωθρή και μισοκοιμισμένη

δε συγκρατεί τους στεναγμούς

το βλέμμα μου και μόνο αρκεί για να εγκαινιάσω το ταξίδι

-α! κουράστηκα, δώστε μου μια καρέκλα-

το μυαλό μου, κούφιο σκοτεινό και ζηλόφθονο

δε με φέρνει στα συγκαλά μου

τα μάτια μου σεργιανίζουν πέρα δώθε σαν δυο βότσαλα, μα δεν καταφέρνουν να φυλακίσουν ούτε τα αόριστα τοπία που διασχίζω, ούτε τις μυστηριώδεις μέρες που μοιραζόμαστε, ζαλισμένα με αλαφροκοιμίζουν και τότε εγκαταλείπω την προσπάθεια να κοιμηθώ σε βαθύ κρεβάτι, τα βλέφαρά μου χαμηλώνουν, δεν ξέρω ποιος ή γιατί με κοιτά, ζωηρεύουν μέσα μου λιθόστρωτα και τρέχω δίχως να ξέρω προς τα πού, και η μέρα φεύγει δίχως να ξέρει αν θα ξανάρθει, η νύχτα πέφτει δίχως να υπόσχεται πως θα σηκωθεί, νιώθω γαλήνη 

και ξέρω πως κανείς, όσο κι αν του ‘κανε γούστο, δεν μπορεί να μου τη στερήσει 

-α! δίψασα, φέρτε μου ένα ποτήρι νερό-

από τα όνειρά μου κατάγομαι και είμαι αυστηρά σε αυτά δοσμένη

από τα όνειρά μου τρέφομαι και είμαι επιεικώς σε αυτά ευγνώμων

κι αυτά κι εγώ μύχιοι συνένοχοι και συχνά πλησίον μιας ομολογίας, σερνόμαστε ευγενικά και σέρνουμε έγνοιες καθημερινές, βηματιστά δίχως μίση και λύτρα αφού η μόνη απαγωγή που επιτεύχθηκε από την συνεργασία μας ήταν αυτή προς την άτοπο 

εκεί σε προσκαλώ με τα γραφόμενά μου, εκεί να αναζητήσουμε τα ευνοϊκά σημάδια στα πράγματα του κόσμου, να παραμονέψουμε το νέο ποίημα που γεννιέται από το τίποτα, να πειστείς πως μόνο τυφλωμένος από αγάπη μπορείς να δεις πως όλα αυτά που λέω δεν είναι απλά υφασμένες λέξεις και συναρμογές του λόγου, πληθυντικοί και ρήματα ή ενικοί προσδιορισμοί, είναι η βάση των αισθηματικών ενθουσιασμών μας, είναι η παρακαταθήκη των κοινών παθών και παθημάτων μας, είναι ζυγιασμένα βάρη σε ζυγιασμένα στήθη που πάλλονται με τόσους παλμούς και πόθους, τόσες αφορμές συγκινήσεων και παρορμήσεων, όσες φέρνει στο αυτί του ακροατή το πιο ευαίσθητο ακουστικό…

-α, πάψτε πια, βάλτε μου κάτι ν’ακούσω-


η κυρά της λίμνης είπε:

20180127_124347

έχω χρόνια τώρα στεριώσει πάνω σε αιωρούμενες υπόλευκες πρωινές θαμπές εικόνες

με το μαντικό του δάχτυλο και με γνώση το θαμπό πρωινό με οδηγεί σε νέα περιπλάνηση

ο νέος ήλιος δεν προδόθηκε, απλά σεβάστηκε το καμωμένο από το μηδέν πεπρωμένο μου

και καλώς, επισφαλή θεώρησε την μεγαλοπρέπεια του να επιβάλλει στις όχθες της λίμνης

γύρω της, όλο κλαδιά ο χειμώνας, αλύγιστος, είχε περικλείσει τη νέα συγκομιδή σκέψεων

πάνω της, οι μετέωρες χιονισμένες βουνοκορφές έθεταν ευτυχώς λαθεμένα τα όριά τους

μέσα της, μισοτελειωμένα τα κρωξίματα κορμοράνων βυθίζονταν κυνηγώντας στα θολά

είναι καιρός, πολύς καιρός, σου εμπιστεύομαι, που μαλώνω με την λίμνη στον ύπνο μου

διαλέγει πάντα, τότε να έρχεται από μακριά, για να με κοροϊδέψει, σπάνια απαλή σαν τώρα, λες και άλλο τούτο δεν μπορεί να βαστάξει, να μην είναι δηλαδή η ευχαριστημένη παρουσία μου κοντά της

διαλέγει πάντα, να σκορπίζει στο σκληρό μου μαξιλάρι, φόβους, καταπλήξεις, χίμαιρες και ξυπνήματα αποσβολωμένα, να σπρώχνει κάτω από το κρεβάτι μου σωρούς αποφάσεις αναποφάσιστες, λες και υποσχέθηκα ποτέ στην αμφίβολη διαύγειά της, πως μια μέρα θα την ρουφήξω με μια ανάσα ως τον πάτο

ο κλονισμός της καθησύχασε σαν άκουσε πως δε χρειάστηκε ποτέ να δει κανείς για να πιστέψει πως τα σύννεφα που βαραίνουν τον ουρανό που μας σκεπάζει,αν τύχει κι απλωθούν σε μάκρη και σε πλάτη, αν πρηστούν, θα καταφέρουν αναμφίβολα στο τέλος να μας βρέξουν κι εμένα κι εκείνη και όλους όσους ίδια νιώθουν, με το ίδιο νερό που στα όνειρά μου μια μέρα ρούφηξα ως τον θολό πάτο

με πρόσωπο αλλοιωμένο, κουρασμένο, πάσχον, που του ξέφευγαν λόγια ήρεμα, μου χάρισε τις τελευταίες της αδιάκριτες σχεδόν συμμετρίες της, τις ανεπιτήδευτες αρμονίες της και τις υπέρτατες αντανακλάσεις της, περνώντας τον οργανισμό μου από μια δοκιμασία, ίσως από διαφορετικές δοκιμασίες και σε διαφορετικά επίπεδα, διαδοχικά, προσβάλλοντας τα όργανά μου ήπια κι ενίοτε παράξενα, και χάθηκε απ’τα μάτια μου χωρίς φυσικά να ακούσει την διακριτική μου παρατήρηση:

ο άσπρος ήλιος σκόρπισε το θάμπος μας μα ξέρω πως υπάρχει …

 

 


ungatz

είναι ο ρεαλισμός ένα πράγμα με εννιά γράμματα, και είναι πράγμα ουσιαστικό αφού σημαίνει αποδοχή του όποιου άλλου … πράγματος όπως έχει

άλλο βέβαια τώρα, ποια είναι η ποιότητα ή το γεγονός που αυτό το πράγμα αντιπροσωπεύει ή αν η ακριβής κατάσταση και ο τρόπος του καθένα είναι αληθινά , γιατί δεν ισχύει το «αυτό που βλέπεις αυτό είναι», αλλά ισχύει «το δεν είναι αυτό που βλέπεις»…

και δεν το λέω εγώ, γιατί τι είμαι εγώ για να πω τέτοια , ένα απλό πλημμέλημα  είμαι που ωχριώ μπρος τον Lucky, που είναι ένα τεράστιο, εξαίρετο κακούργημα,  που δεν έχει φίλους, γιατί δεν ασπάζεται πως η φιλία κάνει καλό στην ψυχή, αφού η ψυχή δεν είναι πράγμα, άρα δεν υφίσταται…

ο Lucky είναι ένας 90χρονος, πεισματάρης κάτοικος μιας μικρής πόλης του Τέξας που ζει μόνος, κάνει γιόγκα κάθε πρωί , καπνίζει ασταμάτητα, ακούει μουσικές και τσαπίζει τον κήπο του, περιφέρεται στα στέκια του και μοιράζεται την γκρίνια και τ’ αποφθέγματά του, ζητάει βοήθεια μόνο για να λύσει δύσκολα σταυρόλεξα…

εντάξει, ο Lucky δεν είναι φίλος μου, αλλά θα γίνει κι ας μην είναι καλά, αν και η πίεσή του 115/790 είναι τέλεια, θα γίνει γιατί λατρεύω τα μυστηριώδη είδη και τις επιστημονικές ανωμαλίες, τα δύσκολα σταυρόλεξα, τους γενετικά τυχερούς και τα σκληροτράχηλα καθάρματα που όσο γερνάνε , τόσο περισσότερο ζουν…

ο Lucky είναι σαρωτικός, δε νιώθει μοναξιά επειδή ζει μόνος, είναι μαζί με άλλους συνεχώς, είναι ένα συνειδητοποιημένο τίποτα, που μαζί με άλλα τίποτα συζητά, έχει τα πάντα, κι ας έχει στο ψυγείο του μόνο γάλατα, δεν ετοιμάζεται για το απροσδόκητο, γιατί μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε από αυτή την ματαιότητα, ο Lucky δε νιώθει μόνος, ίσως δε μπορεί μια αντωνυμία που πιθανόν να προέρχεται από το μινύθω (μειώνω, μικραίνω) ή το μανός (λίγος, αραιός), να αντιπροσωπεύσει έναν άνθρωπο που οι αλήθειες του βρίσκονται στα λεξικά, δεν του λείπει τίποτα και κανείς γιατί δε γίνεται να λείπει κάτι ή κάποιος όταν απλά δεν είναι εκεί που είσαι, και που απλά είναι κάπου αλλού κι αν δεν είναι κάπου αλλού δεν είναι πουθενά…

ο Lucky είναι εύθραυστος, αλλά από ακοή σκίζει, ακούει τα καμπανάκια του τρένου της ζωής και ακολουθεί το γεωγραφικό και πνευματικό ταξίδι ως ηλικιωμένος, ως  άθεος, προς την αυτογνωσία, την αποδοχή της θνησιμότητάς του και την ανάγκη του για ανθρώπινη επαφή…

έτσι με συνάντησε εχθές αργά το βράδυ και με έπεισε πως η ζωή είναι κάτι, όλα τα άλλα είναι ungatz…

παρέα καταφέραμε κι αποκαταστήσαμε την χαμένη πίστη μας στην ανθρωπότητα, αψηφώντας τα όρια και την πεπατημένη στο ζεστό φως του ήλιου και στο μοβ-μπλε της νύχτας…

MV5BNzkyMDY0NDItYzY0NC00YjQ1LTkzOTYtMjE1NWEwM2NmZGU1XkEyXkFqcGdeQXVyNTEzNDk3NDc@._V1_SY1000_CR0,0,677,1000_AL_

ο Lucky αποδεικνύει την οικουμενικότητα της ανησυχίας για τη θνητότητα και κυρίως ως Harry Dean Stanton, λίγο πριν αναχωρήσει από τον μάταιο τούτο κόσμο, με μια συνεχόμενα καθηλωτική ερμηνεία δίνει στην ταινία όλη τη μαγεία και το βάθος που διαφορετικά θα της έλειπαν

Lucky,2017,John Carroll Lynch 


Ξεδιψώ βαθιά

τα μάτια μου τα χέρια μου όλο το βασίλειό μου

τα μάτια μου το στόμα μου και oι χούφτες μου

οι  φυλακισμένες λέξεις  μου

η πλατιά ατέρμονη σκέψη μου

μιλούν για ένα συμβόλαιο σε καμιά σελίδα εμπιστευμένο

μα σε ενός φορέματος στο στρίφωμα κρυμμένο

μια συμφωνία που λέει πως τόσο πολύ έχω ονειρευτεί τόσο που πια δεν είμαι

που λέει πως …

το σπίτι μας θα άνοιγε διάπλατο σε περιπλανώμενους

τα χέρια μας κλαδιά θα ψήλωναν σαν φλόγες

αεράκι παράξενο θα φύσαγε στην μικρή αυλή μας

απέραντες μηδαμινές οι πνοές μας θα συνενώνονταν μαζί του

η απόσταση των ονομάτων μας από τους εαυτούς θα μηδενιζόταν

η καρδερίνα μας θα τραγούδαγε για να ανοίξουν τα βλέφαρά μας

τα φρούτα μας θα ωρίμαζαν με θόρυβο την άνοιξη

τα αγριολούλουδα θα ξώφλαγαν το χρέος τους τον χειμώνα

το πήγαινε έλα των μελισσών θα σταμάταγε ξοδεμένο σωστά

θα περπατούσαμε στη σκιά με βήματα αργά

οι αγωνίες μας θα καρφώνονταν πίσω από την γραμμή του ορίζοντα

οι ελπίδες μας θα ξαπόσταιναν στην όχθη των τραγουδιών μας

στον κόρφο μου θα φώλιαζε πάντα ένα φτερούγισμα

στο στόμα σου θα γεννιόταν πάντα μια δροσερή πηγή

χιλιάδες τραγούδια τον ύπνο δε θα άφηναν να μας πάρει

δε θα καταλαβαίναμε τις ώρες

δε θα ξέραμε να υπολογίζουμε

δε θα μπορούσαμε να συνηθίζουμε

τα σκοτάδια θα τα ανταμώναμε μεσημεράκι

και το φως στη μέση της μαύρης νύχτας

οι ύπνοι μας πράοι πραότατοι

τα σεντόνια μας μυρωμένες λωρίδες

το κρεβάτι μας χωρίς κουπιά βάρκα ξύλινη

και πιο πέρα το μέγας φάρδος του κόσμου

κι όλα τα αναλώσιμα

η ύπαρξή μας θα εναπόθετε την ευδαιμονία της στην γύρη των ανθέων

και η ευδαιμονία μας θα ήταν μια ιστορία που μόλις προσπάθησα να πω και μόλις προσπάθησες να ακούσεις

μα τίποτα δε θα γινόταν αν πίστευες πως είμαι ένα τίποτα για σένα

 

 


αντίδωρο…

-Θεατή κράτα την πνοή σου , μην τυχόν βέβηλο χνότο καταστρέψει την μαγική επιφάνεια, χνότο γίνε αεράκι και χάιδεψε τη σάρκα την κρουστή που μυρμηγκιάζει μονομιάς

Αμέτρητες γραφές σε δύο χιλιάδες άγραφες σελίδες απλώθηκαν στα συρτάρια σε συστοιχίες

Αδύναμο αραιωμένο αλκοόλ περπάτησε στις φλέβες των ποδιών και λιώσε σαν κερί την τέχνη όλων των χορών

-Άπληστε εσύ, την στέρηση γης και ουρανού φυλάκισες σε δρύινα βαρέλια καιρό τώρα

-Είναι τέχνη να ζει κανείς αξιοπρεπώς με τα σφάλματά του δε λέω, αλλά δεν είναι σαν να μην έγιναν καλά αν τα έχουμε κρυμμένα

Λάμπουν και καθρεφτίζονται εξαίσια  στο βλέμμα, ανεβαίνουν στο στήθος σαν κόμποι από ναυτικά σκοινιά,  τα λυτά μαλλιά βρέχουν σαν φουσκωμένα αφρισμένα κύματα,  σαν νότες από ζωγραφιστό δοξάρι τυλίγονται σε πόδια ανοιχτά κι ανθίζουν στον ποδόγυρο σαν ρόδα και αγκάθια

Η στάση ύπτια, αιχμάλωτη απροσδιόριστα μες στο μηδέν το ευρυγώνιο , με εντάφια αταραξία, ξεγυμνώνει τα λόγια, ξεφτίζει την κενή ηδονή, κοιμάται ή κυματίζει

Λαμπρό καμπύλο κορμό, το σώμα κισσός, σαν ζώνη αλήτικη, λυμένο παρόν απόν, τρυφερό μα και με ταπείνωση, σε αναίσθητο σημείο οδηγεί με αρχιτεκτονική μυστική

Το πήγαινε έλα, χαρίεν, ελαφρύ, ταιριαστό, ρεμβάζει και συμπληρώνει το κάδρο

Εκείνη, ανοίγει τα μάτια, με φωτίζει, με σπαράζει, με ικετεύει, μούσα είναι, μου υφαρπάζει τις λέξεις, τις νότες, την προετοιμασία

-Θα πάμε πιο μακριά χωρίς να προχωράμε, έλα, μου λέει, γύρε, άκου, σιώπα

Την σιωπηλή μου σκέψη πώς να εκφράσω, οι λέξεις μου απλώθηκαν στην ποδιά της, αντίδωρο

DSC000722-1


η σκούπα και το σύστημα…

1990, Κλίβελαντ του Οχάιο, κάπου στο πουθενά δηλαδή…

η Λινόρ Μπίντσμαν 25 ετών, κορίτσι από πλούσια οικογένεια, ο πατέρας της έχει εργοστάσιο παιδικών τροφών και είναι περήφανος που εφηύρε μια παιδική τροφή που κάνει τα παιδιά να μιλούν πιο γρήγορα, η Λινόρ λοιπόν, δουλεύει σαν τηλεφωνήτρια στον εκδοτικό οίκο Φρίκουεντ και Βιγκόρους, πηγαίνει τακτικά για ψυχανάλυση σε έναν απατεώνα γιατρό που έχει ψύχωση με την καθαριότητα, όπου συναντά τον Ρικ Βιγκόρους…

ο Ρικ Βιγκόρους, ένας τύπος αρκετά μεγαλύτερός της, που έχει θέματα μετο πουλί του, είναι το αφεντικό της Λινόρ,είναι ερωτευμένος μαζί της, τη ζηλεύει παθολογικά, και στο κρεββάτι της διηγήται πραγματικά εξωφρενικές ιστορίες από βιβλία που ποτέ δεν τυπώθηκαν…

η Λινόρ αγαπάει παθολογικά ή ίσως και να έχει ψύχωση με τη γιαγιά της ,τη Λινόρ, που σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία, το πάλαι ποτέ, έχοντας δάσκαλο τον Βιντγκεστάιν, αλλά τώρα είναι έγκλειστη σε οίκο ευγηρίας απ’όπου μια μέρα το σκάει μαζί με μερικούς τροφίμους…

ο Βλαντ ο Παλουκωτής είναι ο παπαγάλος της Λινόρ, δώρο του Ρικ, αθυρόστομο πουλί, μάλλον κάποιος του έχει δώσει lsd, διάσημο τόσο, που εμφανίζεται και σε ραδιοφωνικές εκπομπές με το ψευδώνυμο Ουγολίνος ο Μεγαλοπρεπής!

η Λινόρ, ψάχνοντας να βρει τη γιαγιά της, γνωρίζει και σχετίζεται με έναν τύπο ππου ο μπαμπάς του έφτιαξε μια κατάμαυρη έρημο καταμεσής μιας κανονικής Πολιτείας, την Θ.Ε.Ο, ενώ οι τηλεφωνικές γραμμές στη Φρίκουεντ και Βίγκορους είναι τόσο για τα μπάζα, που έγκυρη γραμμή βγάζει μόνο ένας στους εκατό!

η Λινόρ έχει και έναν ανάπηρο αδελφό -αυτόν πολύ τον αγάπησα- που ήθελε να τον φωνάζουν Αντίχριστο, ήταν ιδιοφυΐα κι όλη μέρα τίγκα στη μαστούρα,επειδή το συρταράκι του μηχανικού ποδιού του το τάιζε όλο το Κολέγιο Άμχερστ με ναρκωτικά για να δίνει ακαδημαϊκές συμβουλές!

%ce%b7-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bc%ce%b1

για βιβλία όπως αυτό, ισχυρίζομαι πως δεν έχει σημασία η απάντηση διπλής επιλογής:

μου άρεσε/δεν μου άρεσε

από την πείρα μου ως αναγνώστρια έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν έργα μυθοπλασίας πολύ σημαντικά γιατί καταφέρνουν κάτι μαγικό: να κεφαλαιοποιήσουν -όλα θαρρείς- τα προηγούμενα και να θέσουν τον επόμενο αύξοντα αριθμό στην ιστορία της λογοτεχνίας…

δεν εννοώ καθόλου βέβαια πως «η σκούπα και το σύστημα» είναι ένας αριθμός στον κατάλογο, γι αυτό το βιβλίο δεν ισχύει αυτό!

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε, και αυτό έχει σημασία, και ο αριθμός αριθμός… με τον ίδιο τρόπο σκέφτομαι για κάποιες ταινίες, μουσικά άλμπουμς, θεατρικές παραστάσεις, τροφές κλπ κλπ, έχει εκπληκτικό χιούμορ, σου ανάβει τα λαμπάκια λες και είσαι επιγραφή στο σύμπαν του συγγραφέα, ροκάρει ασύστολα ενώ φιλοσοφεί σε κάθε ευκαιρία ανολοκλήρωτα και υπαινικτικά…

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε που συχνά δεν καταλάβαινα τι εννοεί ο ποιητής, συγνώμη ο συγγραφές, που δεν είναι άλλος από τον κύριο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, δηλαδή έναν τύπο με χιούμορ οξύ, καυστικό, ευθύ, ενίοτε μαύρο και θλιμμένο, που στρέφεται ακόμα και προς τον εαυτό του αφού αντλεί τις ιστορίες του από

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε διότι «η σκούπα και το σύστημα» είναι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ, ιστορίες υπάρχουν παράλληλα στην ιστορία που διαβάζεις κάθε στιγμή, μικρές παρεκβάσεις απ’ αυτό που ζούμε, θλιμμένες, χωρίς να σε πιάνουν από το λαιμό αλλά τόσο απολαυστικά δυσλειτουργικές που με έκαναν να αγοράσω για πρωτοχρονιάτικο δώρο ένα ακόμα πόνημα του κυρίου Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, το «αυτό εδώ είναι νερό» και να μη μετανιώσω που διαδέχθηκε στις αναγνώσεις μου το «παγοδρόμιο» του Ρομπέρτο Μπολάνο…

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε επειδή έχω αδυναμία στις γιαγιάδες που κληροδοτούν στις εγγονές τους την πίστη πως ο κόσμος είναι λέξεις κι ας είναι αυτός ο λόγος που ενίοτε αυτές υποφέρουν από κρίση ταυτότητας και έλλειψη αυτοελέγχου και καταλήγουν σε ατελείωτες ώρες εγκλεισμού …

θα ισχυριστώ ότι μου άρεσε και για έναν ακόμα λόγο που ακούει στο όνομα «σιωπή» , τέτοια σαν αυτή που υπάρχει εκεί που μένει τώρα ο Γουάλας…

.

 

 

 

 

 


περί συλλογής

είχαν περάσει περίπου 10 λεπτά όταν άρχισα να συλλογίζομαι πού βρισκόμουν…σε σινεμά,σε θέατρο, ή σε ένα επαμφοτερίζον ιδανικό σύμπαν; μετά από περισυλλογή ενός και πλέον μήνα, κατέληξα:

ήμουν καθισμένη σε ένα κλαδί και συλλογιζόμουν τον καλύτερα ξεθωριασμένο εφιάλτη της ζωής μου!

f5

απογειωνόμουν στο ελάχιστο δυνατό ύψος, ώστε να μου επιτρέπεται κάθε φορά να ακούω τα ενδεχόμενα τηλεφωνήματα  στα οποία σαφώς θα απαντούσα «…καλά, ναι…, ναι καλά, χάρηκα που είστε καλά…» και προσγειωνόμουν ξανά στο κλαδί , αδημονώντας να επιβεβαιωθεί ξανά και ξανά η ματαιότητα του ελαφροϊσκιωτου  κόσμου μας όπου ως άνθρωποι-καρτούν ζούμε για να υποφέρουμε΅…

υπήρχαν στιγμές που αντιλαμβανόμουν την ανάσα μου αποθαρρυμένη καθώς συνειδητοποιούσα πως το χάρισμά μου αυτό του σουρεαλιστικού χιούμορ καθόλου δε με βοηθούσε να απεμπλακώ από την τάση να συμφιλιώνω και να συμφιλιώνομαι …

a-pigeon

ίσως έπρεπε να δράσω, να σηκωθώ από το κλαδί, συγνώμη,από το κάθισμα εκείνης της ζεστής κινηματογραφικής αίθουσας, και να πουλήσω με το ζόρι υποκατάστατα χαράς στο αγριεμένο πλήθος των θεατών, ή να το κουτσουλήσω ανελέητα ή ακόμα και να επιβάλλω μια εισφορά αλληλεγγύης υπέρ των δυο πλανόδιων πωλητών οι οποίοι, ειλικρινά το λέω, βγήκαν από την οθόνη και  κάθισαν στην έξοδο της αίθουσας γνέφοντας καληνύχτα στο δυστυχές αγριεμένο υποχθόνιο μπουρζουά πλήθος…

μπόρεσα να τους κλέψω το σακουλάκι του γέλιου, με είχε μαγέψει ως προϊόν, θα ήταν πρώτης τάξεως βοήθημα για τις στιγμές που νιώθω σαν πλαστική όμορφη κούκλα…

μπόρεσα επίσης να κλέψω ένα άλογο από το ιππικό του ηττημένου στον πόλεμο βασιλιά, και να πάω μια βόλτα στην κόλαση, όπου μου αποκαλύφθηκαν :

  • η ομορφιά των απλών στιγμών
  • η ευτέλεια των άλλων
  • το χιούμορ και η τραγωδία που κρύβουμε μέσα μας
  • η δύναμη της ζωής
  • η απόλυτη αδυναμία της ανθρωπότητας
  • η καλειδοσκοπική περιπέτειά μας δεν έχει τέλος

ο Σαμ και ο Τζόναθαν έγιναν οι πιο μισητοί μου φίλοι, απλά και μόνον επειδή δεν σταμάτησαν ποτέ, κι ας πέρασε ένας μήνας από τη στιγμή του αποχωρισμού μας, να μου τριβελίζουν τ’αυτιά πως η χειρότερή μου αγορά στην μόνιμη περίοδο εκπτώσεων που διανύουμε στη ζωή μας, ήταν εκείνη η μάσκα που φοράω κάθε μέρα προκειμένου να δείξω πως όλα τα έχω τακτοποιημένα και υπό έλεγχο…

το μήνυμα ήταν σαφές, με διαπέρασε με σχεδόν μαγικό τρόπο, για να βυθιστεί κάπου πολύ πιο εσωτερικά, σε κάτι που θα μπορούσε να είναι η ουσία μου ως ύπαρξη, ως homo sapiens, και η οποία είναι στ΄αλήθεια υπερβολικά πολύπλοκη, μπερδεμένη και βαθιά για να μπορέσω να την ορίσω. και να σας πω, αν δε δείτε ποτέ αυτή την ταινία, η ζωή σας, όπως κυλά, με ή χωρίς εσάς,  θα μοιάζει με ένα φιλμ, μια αλληλουχία εικόνων, που θα προσλαμβάνεται από τα μάτια, μα δεν θα αποκωδικοποιείται από το μυαλό, και θα μοιάζει με στιγμιότυπο…

δεν ξέρω αν έγινα σαφής, θέλω να πω πως οι ζωές μας καταλήγουν απλά να επικάθονται στο θυμικό, δεν ερεθίζουν το συναίσθημα…

ένα και πλέον μήνα μετά τη θέαση της ταινίας του Άντερσον , μπορώ καλύτερα να ψηλαφώ αυτήν την τόσο απροσδιόριστη ποιότητα της ανθρωπιάς, πατώντας μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες που την συνθέτουν ακριβώς δίπλα μου, νιώθω πλάι μου συνοδό , τον άντρα που κοίταζε προθήκες με βαλσαμωμένα ζώα σε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας,και πάντα νιώθω πάνω μου το περιστέρι σαν μεταφυσικό μαέστρο, να σαμποτάρει ανελέητα με το γουργούρισμά του τα κονσέρτα της ζωής μου…

και τις νύχτες, την ώρα των αξιολογήσεων των ημερών, εκείνο που μετρώ με την διαίσθηση και το ένστικτό μου, θα είναι κάτι τόσο προσωπικό και μοναδικό σαν το ψυχολογικό μου αποτύπωμα εν ώρα ονειρώξεως όπου κάθιδρη θα πετάγομαι έξω από τη λιωμένη μου κουβέρτα για να ψελλίσω «είδα ένα όνειρο που θα μπορούσε να είναι αλήθεια, είχα εμπλακεί σε κάτι αληθινά φρικτό για το οποίο κανείς ποτέ δεν ζήτησε συγνώμη! ούτε καν εγώ»

 


catch 22

τι σημαίνει άραγε catch-22;
πρόκειται για μία από εκείνες τις φράσεις-επινοήσεις που με την πάροδο του χρόνου ενσωματώνονται στο λεξιλόγιο και αναφέρονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, μια φράση του Joseph Heller κληρονομιά του κόσμου, ένας όρος που έγινε συνώνυμος με το παράδοξο της λογικής, όπως τουλάχιστον αυτή στρεβλώνεται στην κυβερνητική και τη στρατιωτική γλώσσα… κι αν η φράση «παράδοξο της λογικής» δημιουργεί, όχι άδικα, την εντύπωση οξύμωρου σχήματος, αρκεί να ανατρέξουμε σε πτυχές της καθημερινότητας, εκεί όπου η προϋπόθεση μετατρέπεται σε προαπαιτούμενο του …εαυτού της!

joseph_heller-catch_22

η κοινή λογική λέει πως τα ψέμματα και η παραμέληση του καθήκοντος είναι αμάρτημα και όπως είναι γνωστό το αμάρτημα είναι κακό και κανένα καλό δεν μπορεί να προέλθει από το κακό… όμως εκείνος ένιωθε ωραία, ένοιωθε  απολύτως θαυμάσια! άρα, ως λογικό επακόλουθο, τα ψέμματα και η παραμέληση του καθήκοντος δεν ήταν αμαρτήματα… ο πόλεμος του προσέφερε θεία έμπνευση, κι αυτή με τη σειρά της την τέλεια εξοικείωση με τη βολική τεχνική της εκλογίκευσης κι αυτό αν δεν είναι σούπερ ανακάλυψη, τι είναι; θαύμα; ναι, ήταν θαυματουργή η τεχνική της εκλογίκευσης… δε χρειάζεται κανένα κόλπο για να μετατραπεί η ανηθικότητα σε αρετή και η συκοφαντία σε αλήθεια, η ανικανότητα σε εγκράτεια, η αλαζονεία σε μετριοφροσύνη, η λεηλασία σε φιλανθρωπία, η κλεψιά σε τιμιότητα, η βλασφημία σε εξυπνάδα, η κτηνωδία σε πατριωτισμό και ο σαδισμός σε δικαιοσύνη…

οποιοσδήποτε μπορούσε να αποκτήσει αυτή την σούπερ τεχνική της εκλογίκευσης αρκεί να ήταν Γιοσάριαν, να ήταν δηλαδή καυστικός, δηκτικός, αυτοσαρκαστικός, πνευματώδης – χωρίς να απαρνιέται την τραγικότητα του αδιεξόδου του – να αντιπαρατίθεται στις δαγκάνες του συστήματος επιστρατεύοντας χωρίς δεύτερη σκέψη ακόμα και ακραίες νοητικές μεθόδους στην προσπάθειά του να δραπετεύσει από τη φυλακή του κόσμου …

αν ήσουν Μερσώ* ή μάλλον Γιοσάριαν, αρκούσε ένας αναβρασμός , μια τρελή παρέα, κι όλη η γκάμα των ορθόδοξων ανηθικοτήτων της ανθρώπινης ιστορίας για να νιώσεις πως αποτελείς πυρήνα της ανθρωπότητας, να νιώσεις κολακευμένος μα και ανήσυχος, γιατί πάντα θα εμφανίζεται ένας σκληρός προϊστάμενος για σε πετάξει έξω στα σκυλιά και σένα και την παρέα σου, λες και είστε συμμορία αλητών…

εκεί λοιπόν, μέσα στο catch-22, τα βραδάκια ήταν σαν απαίσιες χολυγουντιανές υπερπαραγωγές σε Τεχνικολόρ…

εκεί μέσα στο catch-22,το ιδιότυπο ίδρυμα, οι ασθενείς υπογράφουν συμφωνίες με τους γιατρούς για το χρόνο αποθεραπείας και οι γιατροί  εφευρίσκουν νέες ασθένειες, και τους υπόσχονται να μην κάνουν τίποτα για να τους θεραπεύσουν…

εκεί στο catch-22 οι άντρες τα αντέχουν όλα, όσο απογοητευμένοι, δυστυχισμένοι, αποπροσανατολισμένοι, απείθαρχοι και απροσάρμοστοι κι αν είναι, κι αυτό γιατί είναι ανώριμοι, ανίκανοι να προσαρμοστούν στην ιδέα του πολέμου, αντιδρούν ή μάλιστα, γίνονται έξω φρενών στην ιδέα να φάνε μια σφαίρα στο κεφάλι, έχουν εδραιωμένα άγχη επιβίωσης, δεν τους αρέσουν οι νταήδες, οι ψευτοαριστοκράτες και οι υποκριτές, υποσυνείδητα μισούν πολλούς ανθρώπους, ή μάλλον συνειδητά μισούν πολλούς ανθρώπους, αντιδρούν στην ιδέα να τους ληστέψουν, να τους εκμεταλλευτούν, να τους εξευτελίσουν, να τους ταπεινώσουν ή να τους εξαπατήσουν…

στην παγίδα του catch-22, η αθλιότητα, οι ταλαιπωρίες, η απληστία, οι φτωχογειτονιές, η διαφθορά, η εγκληματικότητα, η αμάθεια, βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία σε τέτοιο βαθμό, που η διαπίστωση προκαλεί μια ξέφρενη μανιοκατάθλιψη αν όχι έναν ξέφρενο ενθουσιασμό! μια παγίδα το catch-22 που καθόριζε πως η ανησυχία κάποιου για την προσωπική του ασφάλεια, μπροστά σε πραγματικούς και άμεσους κινδύνους, ήταν  απλά μια λειτουργία του νου…

τι είναι το catch-22

το κατς 22 είναι μια συνταγή για πουρέ του Joseph Heller πολύ επιτυχημένη!

συστατικά: εκατοντάδες πλάκες στρατιωτικό σαπούνι μαζί με πουρέ από γλυκοπατάτες μόνο και μόνο για να δείξει πως οι άνθρωποι έχουν γεύση βαρβάρων και δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά του καλού από το κακό!

τρώγεται ή όχι;

όχι ; η επιλογή ανάμεσα στο ναι και το όχι σας πληροφορώ πως δεν υφίσταται,  είναι απλά ψευδαίσθηση…

Μερσώ*: ο «Ξένος» του Αλμπέρ Καμύ


δεν ξέρω, ίσως…

6fd819acbc27b15a16227874aaa4daf1

ο κόσμος έπαψε να είναι ρεαλιστικός!

και τώρα τι κάνουμε; επιστρατεύουμε τη φαντασία;

αν το κάνουμε, τότε πρέπει με κάποιο τρόπο να αποτυπώσουμε τι υπάρχει κάτω από ένα ας πούμε πεδίο μάχης, δηλαδή τους αγγέλους και τους διαβόλους, τους θεούς με τα παντοδύναμα όπλα τους και τα φαντάσματα…

κάπως λοιπόν πρέπει να φανεί το μεταφορικό κάτω από το χειροπιαστό, αυτό που κινεί τα πάντα, αυτό που σπρώχνει τα πράγματα να συμβούν…

και πώς θα γίνει αυτό;

δεν ξέρω ,ίσως κοιτάζοντας στα σωστά μέρη…

φωτογραφία Robert Frank, Pablo and Andrea, NYC, 1959.


Le Cinéma va à l´école

Blog dédié au projet eTwinning entre Grèce et Espagne du même titre

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Αυθόρμητες μεταβολές

του Λευτέρη Παπαθανάση

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ (*) ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ (*) ΚΑΠΟΤΕ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Redflecteur

About Art and Politics

απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

lerestnadine

This WordPress.com

Γιάννης Γρηγοριάδης

Ερμηνεύοντας την πόλη

Bouquet of dreams

Yes Darling, but is it Art?

Marionettes Inc.

No strings attached

Harry's Music

Harry Smith's Anthology of American Folk Music

Land Streicher

“Our battered suitcases were piled on the sidewalk again; we had longer ways to go. But no matter, the road is life.” Jack Kerouac

Αρέσει σε %d bloggers: