παντού υπάρχει ένας μύθος, ακόμα και στο νότο…

Quvenzhané-Wallis

ο ρυθμικός χτύπος της καρδιάς κάθε ζωντανού πλάσματος, χαρίζει μια αίσθηση ασφάλειας!

όσα συμβαίνουν, δε συμβαίνουν επιφανειακά,

ο κόσμος δεν είναι παρά μια αληγορία,

τα όντα αποκτούν συμβολικό χαρακτήρα,

κι εγώ μια αλλιώτικη κινηματογραφική εμπειρία!

είδα πραγματικά ανεξάρτητο σινεμά, εννοώ σινεμά χωρίς τις συνηθισμένες επαναλαμβανόμενες μανιέρες…

μια φορά λοιπόν κι έναν καιρό στην μακρινή Bathtub, κάτω από ένα τεράστιο τσιμεντένιο φράχτη ζούσαν κάποια πλάσματα αποκομμένα από τον πολιτισμό…μαζί τους ζούσε και η Hushpuppy μαζί με τον πάτερα της τον Wink… η Hushpuppy μεγάλωνε με δυο τρόπους, και από λίγο, λίγο σαν παιδί κανονικό και πολύ σαν πλάσμα μιας άγριας φυλής, στο πολύ μάλιστα, τα βάζει με βιβλικά γεγονότα που συμβαίνουν…

οι άνθρωποι της φυλής αυτής, ζουν απόλυτα ελεύθερα, αυτοδιαχειζόμενοι τις περιορισμένες οικονομικές πηγές τους, ανεξάρτητα από την υπόλοιπη κοινωνία που είναι οχυρωμένη πίσω από ασφαλή φράγματα…

συνεπώς, η Hushpuppy μεγαλώνει χωρίς περιορισμούς, χωρίς κλάματα, χωρίς υποχρεώσεις, μαθαίνει πως ζωή είναι ένα απέραντο παιχνίδι που συμβαίνει στη φύση, με νικητές και ηττημένους, αλλά για να επιβιώσει κανείς πρέπει να σεβαστεί κάθε στοιχείο της , αυτό το παιχνίδι, το μαθαίνει στο υποτυπώδες πλωτό σχολείο, αλλά το κατανοεί ζώντας πραγματικά σαν ζώο, κλεισμένο σε μια κιβωτό αναμένοντας την άφιξη του νερού ή την ίδια την ώρα του κατακλυσμού…

είπαμε, η Hushpuppy μεγαλώνει με δυο τρόπους, και από λίγο!

η Hushpuppy και οι πάμφτωχοι, περήφανοι, ημιάγριοι ντόπιοι αντιστέκονται στον εχθρό όπως θέλουν να πιστεύουν για τους βιομηχανικά προηγμένους εισβολείς, που απειλούν τα χαμόσπιτά τους, ενώ στην πραγματικότητα εκείνοι θέλουν να τους προσφέρουν βοήθεια μετά από το πέρασμα ενός καταστροφικού τυφώνα…

έτσι η μικρή πρωταγωνίστρια ξεκινά περίεργα το ταξίδι προς την ωριμότητα, ένα ταξίδι επικίδυνο, απρόβλεπτο, βίαιο, δύσκολο, επώδυνο για ένα …παιδί!

αυτό είναι το στόρυ… πίσω του όμως υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος συμβολισμών και αλληγοριών!

(Quvenzhane? Wallis), (Dwight Henry)

ασυγκράτητη η ορμή του σκηνοθέτη Behn Zeitlin, προσφέρει εικόνες συνδυασμένες, που αποτυπώνονται στο μυαλό, πλάνα αλληγορικά, έξυπνα δοσμένα, η κάμερα δεν σταματάει να κουνιέται, τρέχει μαζί με τη μικρή Hushpuppy και ξανά και ξανά η ένταση καθ’ υπερβολή ενίοτε, αφού αυτή η συγκεριμένη τεχνική χρησιμοποιείται σε όλη την διάρκεια του έργου και δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα…

ευτυχώς ή δυστυχώς, εκεί που σταματούν τα σκηνοθετικά κόλπα με τη φωτογραφία ξεκινούν οι ερμηνείες που είναι εξαιρετικές…

η μικρή Hushpuppy σού γεννά την απορία για το αν αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα της ή αν είναι γεννημένη ηθοποιός και όλο αυτό της βγαίνει απόλυτα φυσικά…

σαν ένα θηρίο ανήμερο, ζει τη ζωή στην αποθέωσή της, σε πείσμα κάθε ανέχειας, παρά την ορφάνια της δίπλα σε έναν άρρωστο, σκληρό και επιθετικό πατέρα, μιλάει στη μάνα της, γιατί έτσι βρίσκει τον τρόπο να διαχειρίζεται τον εαυτό της, έναν εαυτό που παραμελεί με επικίνδυνο τρόπο, όταν βάζει μπουρλότο στην γκαζιέρα κι ανατινάζει το τροχόσπιτό της, τρώει γατοτροφές, μαθαίνει τα βήματα της επιβίωσης με κάθε άλλο παρά φυσιολογικό τρόπο, σχεδιάζει με κάρβουνο μαύρες φιγούρες στους τοίχους σαν πρωτόγονη, επινοεί έναν κόσμο γεμάτο άγρια μαμούθ  που ξεπηδάνε από το μυαλό της και οπλίζεται με δυνατή θέληση, σαν είδος προς εξαφάνιση από έναν πολιτισμό που δεν έχει την παραμικρή ιδέα για κείνη κι εκείνη γι αυτόν… κι όσο το βλέμμα της αστράφτει από περιέργεια κι ευρηματικότητα, άλλο τόσο λειτουργεί σαν να είναι το ίδιο το βλέμμα ή η ίδια η κάμερα του  Zeitlin μέσα από την οποία όλα τα στοιχεία του σύμπαντος, άψυχα και έμψυχα παρελαύνουν εμπρός μου…

τη στιγμή που παρήλασαν  και οι τίτλοι τέλους, συνέλαβα τον εαυτό μου να νιώθει μια φιλανθρωπική συγκατάβαση και ένα συγκρατημένο οίκτο, αυτό ήταν το μοναδικό σημείο που δε μού άρεσε αλλά ευτυχώς δεν αφορούσε στην ταινία, αφού προκύπτει από το γεγονός ότι δε ζω στην μακρινή Bathtub! άρα η αρχή της ισότητας, της αμοιβαιότητας, της αλληλοκατανόησης μπορεί και να μού είναι… άγνωστες! αν έπρεπε λοιπόν κάτι να διχάσει την εκτίμησή μου για την ταινία, αυτό το προσάπτω σε μένα…

άχρηστη πληροφορία: η ταινία ήταν το εγχείρημα μιας ομάδας αγνών εραστών της Tέχνης, μιας εναλλακτικής δημιουργικής ομάδας ερασιτεχνών, της Court 13, και πραγματοποιήθηκε εκ των ενόντων, χωρίς μπάτζετ, αποδεικνύοντας ακόμη μια φορά πως το σινεμά είναι και ψυχή, όχι μόνο φράγκα…

Advertisements

2 responses to “παντού υπάρχει ένας μύθος, ακόμα και στο νότο…

  • moodytimes

    Όντως ταινία έκπληξη.Η μικρή μόνο με μια αεικίνητη κάμερα μπορεί να ακολουθηθεί.Ο σύγχρονος κινηματογράφος έχει ανάγκη τέτοιες ταινίες αντιχολυγουντιανές.Το ταξίδι δύσκολο και θέλει στομάχι γι να το αντέξεις και πιθανότατα να μην αντέχεται αν δεν δανειστείς τα ματάκια της Hushpuppy.
    Έχω καιρό να γράψω για σινεμά και πάλι έπεσαν μαζεμένα

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Le Cinéma va à l´école

Blog dédié au projet eTwinning entre Grèce et Espagne du même titre

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Αυθόρμητες μεταβολές

του Λευτέρη Παπαθανάση

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Redflecteur

About Art and Politics

απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

lerestnadine

This WordPress.com

Γιάννης Γρηγοριάδης

Ερμηνεύοντας την πόλη

Bouquet of dreams

Yes Darling, but is it Art?

Marionettes Inc.

No strings attached

Harry's Music

Harry Smith's Anthology of American Folk Music

Land Streicher

“Our battered suitcases were piled on the sidewalk again; we had longer ways to go. But no matter, the road is life.” Jack Kerouac