die ausgewanderten…

-τι διαβάζεις τώρα;

-Sebald!

-;

-«οι δακτύλιοι του Κρόνου»

-πώς είναι;

-σημαντικό…

-θέλω να διαβάσω κάτι δυνατό!

-Sebald λοιπόν!περίμενε…

– οι ξεριζωμένοι…

ανέσυρα το διάλογο από τη μνήμη μου πλημμυρισμένη από την επιθυμία να ξαναβρεθώ εκεί όπου τα βιβλία συζητιούνται καιρό!

κι αυτό που απομένει

το καταστρέφει η μνήμη…

ο δρ Σέλγουιν ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας με το κεφάλι ακουμπισμένο στο λυγισμένο του μπράτσο κι έμοιαζε βαθιά προσηλωμένος στη θέα ενός τόσο δα κόκκου γης μπροστά στα μάτια του… μολονότι ψηλός και με φαρδιές πλάτες, έδειχνε μικροκαμωμένος, θα μπορούσε κάλλιστα να πει κανείς πως ήταν μια σταλιά άνθρωπος… περιπλανιόταν νοερώς και οι κινήσεις του έμοιαζαν αδέξιες και συνάμα μεγαλοπρεπείς, χαρακτηρίζοταν δε από παρωχημένη ευγένεια…ζούσε στο ερμητήριό του, απορροφημένος ολοκληρωτικά από τις σκέψεις του, οι οποίες, αφενός όλο και συσκοτίζονταν μέρα με τη μέρα, αφετέρου γίνονταν ξεκάθαρες και ακριβείς…έζησε τα χρόνια του δεύτερου πολέμου, μια τυφλή κι απαίσια εποχή για την οποία και να ήθελε, δεν θα μπορούσε να μιλήσει…αργότερα , έκλεισε το ιατρείο του, άφησε την πελατεία του  και διέκοψε και τις τελευταίες επαφές που είχε με τον λεγόμενο πραγματικό κόσμο… τα φυτά και τα ζώα έγιναν οι μόνοι του συνομιλητές…

καμιά φορά χρειάζεται να περάσουν πάνω από επτά δεκαετίες για να επιστρέψουν οι νεκροί…

υπάρχουν νέφη αδιαπέραστα από το μάτι…

ο Πάουλ Μπεράιτερ, ήταν δάσκαλος… οι μαθητές του τον αποκαλούσαν Πάουλ, όχι υποτιμητικά, αλλά μάλλον σαν έναν αξιομίμητο μεγαλύτερο αδερφό, σα να ανήκε αυτός σε αυτούς ή αυτοί σε αυτόν… πάντως κανείς από τους μαθητές του δεν είχε την παραμικρή ιδέα ποιος ήταν και τί συνέβαινε μέσα του…από την έδρα, το βλέμμα του δάσκαλου Πάουλ δέσποζε πάνω από τα κεφάλια των μαθητών, αν και ουδέποτε ο Πάουλ καταλάμβανε αυτή την υπερυψωμένη θέση, πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα θρανία και η αγαπημένη του θέση ήταν μπροστα σε ένα παράθυρο, που βουλιαγμένο μέσα σε μια βαθιά κόγχη του τοίχου έβλεπε το νότο, εκεί όπου ανάμεσα στα κλαδιά μια γέρικης μηλιάς οι φωλιές των πουλιών σκαρφάλωναν στον ουρανό, ενώ στο βάθος του ορίζοντα, ανυπέρβλητο εμπόδιο έστεκαν οι Άλπεις… από εκεί μιλούσε, μισογυρισμένος έξω, μισογυρισμένος στη τάξη , με στρωτές φράσεις, μα η ομιλία του θαρρείς δεν έβγαινε από το λάρυγγα, αλλά από την περιοχή της καρδιάς…

η μανία του, ήταν οι σιδηρόδρομοι, το επαναλαμβανόμενο θέαμά τους και μια μέρα κατά κάποιο τρόπο εκεί κατέληξε…

my field of corn is

but a crop of tears…

ο Άμπροζ Άντελβαρ, μετανάστης των αρχών του 20ου αιώνα στη Νέα Υόρκη, γίνεται μπάτλερ στο σπίτι ενός Εβραίου τραπεζίτη και επιστρέφοντας από τη μοναδική του επίσκεψη στη μεταπολεμική Γερμανία εισέρχεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα, σε όλη του τη ζωή κατέγραφε σε μια ατζέντα τις αναμνήσεις του οι οποίες κάποια στιγμή του φαίνονται εντελώς ανώφελες αφού βαραίνουν, φέρνουν ίλιγγο, σα να μην ατενίζει κανείς το παρλθόν μέσα από την αλληλουχία του χρόνου, αλλά σα να στέκει σ’ έναν πύργο που χάνεται μες στα σύννεφα κοιτώντας από μεγάλο ύψος τη γη… πίσω από τη στάση του αντικρίζει κανείς δισταγμούς, μια διαφορετική πραγματικότητα και συνειδητοποιεί το μέγεθος μιας εγκληματικής ημιμάθειας και μια φοβερής εξαχρείωσης…

είναι φορές που ο τελευταίος αναστεναγμός ένος ανθρώπου αντηχεί για χρόνια …

και μες στο σούρουπο χυμούν

ν’ αρπάξουν τη ζωή…

ο Μάξ Φέρμπερ είναι ζωγράφος, φυγαδεύεται στην Αγγλία το 1939 και όλο του το καλλιτεχνικό έργο είναι μια διαρκής πάλη με τον όλεθρο…αφήνει στον αφηγητή μια γραπτή κληρονομιά που άφησε πίσω η μητέρα του, ο συγγραφέας θα ‘γραφε για τη ζωή του ζωγράφου…μια εξαιρετικά επίπονη ενασχόληση, μια ενασχόληση που ενώ δεν προχωρούσε, βημάτιζε προς τα πίσω συνεχώς κάτω από ένα όλο και πιο δυσβάσταχτο βάρος που μέρα , με τη μέρα τον παρέλυε…το βάρος πήγαζε από το αντικείμενο της διήγησης… ο Μαξ Φέρμπερ ήταν αποφάσισμένος, πάσχιζε μάταια να βρει μέσα του κάτι που να θυμίζει ανθρώπινη λαλιά, η φωνή του όμως, υποτυπώδης, ηχούσε σαν θρόισμα ξερών φύλλων στον άνεμο…

έργο παράδοξα μελαγχολικό μα συνάμα πλήρες ζωντάνιας, βασανιστικής νηφαλιότητας, μαγικής και εύστοχης παρατηρητικότητας ετούτη η περιπλάνηση του αφηγητή για την ανακάλυψη της αλήθειας γύρω από τέσσερις ζωές – τέσσερις ανθρώπους που εγκατέλειψαν τη Γερμανία σε διαφορετικές στιγμές του αιώνα…

καθόλου απλές λεπτομέρειες οι φωτογραφίες, όπως η κάτοψη μιας σχολικής τάξης, ένα ταξίδι σε χιονοδρομικό κέντρο το 1939, μια καρτ-ποστάλ από το Μόντε Κάρλο, φέρνουν τον αναγνώστη αντιμέτωπο με το ερώτημα: τελικά ποιος είναι περισσότερο ξεριζωμένος από τον άλλο, ο Δρ. Χένρυ Σέλγουιν, ο Πάουλ Μπεράιτερ,  ο Άμπροζ Άντελβαρ, ο Μάξ Φέρμπερ ή ο αφηγητής;

σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία & βραβευμένη μετάφραση:

W. G. Sebald,Die Ausgewanderten (μτφ «Οι Ξεριζωμένοι»), εκδ. ΑΓΡΑ

Advertisements

16 responses to “die ausgewanderten…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Le Cinéma va à l´école

Blog dédié au projet eTwinning entre Grèce et Espagne du même titre

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Αυθόρμητες μεταβολές

του Λευτέρη Παπαθανάση

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ (*) ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ (*) ΚΑΠΟΤΕ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Redflecteur

About Art and Politics

απέραντο γαλάζιο

"το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή..."

lerestnadine

This WordPress.com

Γιάννης Γρηγοριάδης

Ερμηνεύοντας την πόλη

Bouquet of dreams

Yes Darling, but is it Art?

Marionettes Inc.

No strings attached

Harry's Music

Harry Smith's Anthology of American Folk Music

Land Streicher

“Our battered suitcases were piled on the sidewalk again; we had longer ways to go. But no matter, the road is life.” Jack Kerouac