γεια σου αναγνώστη μου,
σήμερα θα διαβάσεις ένα πάτσγουωρκ όπου κάθε κομμάτι του δείχνει κάτι και είμαι σίγουρη πως θα καταλάβεις τι…
το κείμενο ανήκει στον Ευγένιο Αρανίτση!
πρωτογνώρισα τον Αρανίτση τυχαία, γύρω στο 1996, μέσα από τα “Παράδοξα” της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας…
το να πεις ότι τα “Παράδοξα” είναι η καλύτερη στήλη στον ελληνικό τύπο (και πιθανώς η μακροβιότερη, από το 1992) δε λέει πολλά, γεγονός παραμένει ωστόσο ότι σχεδόν πάντα θα βρεις εκεί κάτι πραγματικά πρωτότυπο, μια λοξή, αιρετική ματιά στη φόδρα των πραγμάτων και των φαινομένων (εκεί δηλαδή όπου περιμένουν κρυμμένες οι σημασίες), μακριά, πολύ μακριά από την ευκολία της κοινοτοπίας και της γκρίνιας, μια ευφυία τεράστια που ποτέ δε γίνεται τρομακτική αλλά παραμένει πάντα λεπτή, ανεπαίσθητη, τόσο που στο τέλος κάθε κειμένου συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται: “ναι, τελικά ήταν σχεδόν προφανές, απορώ πώς δεν το σκέφτηκα κι εγώ…”, και όλα αυτά ενώ διαπιστώνεις με χαρά (με ανακούφιση; με ανησυχία; με τρόμο;) ότι ναι, η γλώσσα είναι ακόμα ζωντανή…
τώρα, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που ίδρυσε και διεύθυνε έναν ιστορικό εκδοτικό οίκο στην ηλικία των 21, που αρθρογραφεί συστηματικά σε μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες από το 1978, που, γενικά μιλώντας, είναι μέσα στο εκδοτικό κατεστημένο (η έκφραση χωρίς αρνητικές συνδηλώσεις), πώς λοιπόν ένας τέτοιος συγγραφέας αποδεικνύεται “δύσκολο να βγει στην επιφάνεια”, ε, είναι κι αυτό ένα από τα ελληνικά παράδοξα…
τα κείμενά του θυμίζουν τα ανατρεπτικά, αναρχικά, θεοπάλαβα γραπτά του David Foster Wallace μόνο που ο Ε.Α. είναι βαθύτερος, πυκνότερος και πιο στοχαστικός…
λοιπόν; ψήνεσαι; αν ναι, ξεκίνα την ανάγνωση του κειμένου που φέρει τον τίτλο “και μη ρωτάς για τα μωρά…”
—————————————————————————————————-
Τον έβδομο χρόνο της ηγεμονίας του Αυγούστου, με τη λήξη των εμφυλίων πολέμων, γεγονός σημαδιακό, γεννήθηκε στην Παλαιστίνη ένας προφήτης, ονόματι Εμμανουήλ, που τον φώναζαν «ο Ιησούς» και που δίδασκε ότι ο ήλιος είναι γαλάζιος και σκοτεινός κι ότι, αν μπορούσαμε να τον κοιτάξουμε, θα το διαπιστώναμε αμέσως. Μπορούσαμε, όμως; Πρώτο θαύμα λοιπόν -και δη μέγιστο! Ετσι ξεχώριζε απ’ τους συναδέλφους του, οι οποίοι όχι μόνον δεν θαυματουργούσαν αλλά επέμεναν να μακρηγορούν υπέρ των ηθικών αρχών που θα επιβάλλονταν, λέει, με το μαστίγιο, την Ογδοη Μέρα. Πέρα από «θα» και «θα», δεν κατάφερναν να σκεφτούν κάτι έξυπνο. Υπήρχαν πάμπολλοι προφήτες εκείνη την εποχή, οι περισσότεροι αδυνατισμένοι απ’ τη νηστεία και με τα γένια και τα μαλλιά τους γεμάτα πεινασμένους ψύλλους. Ηταν βλοσυροί και πείσμονες, ενώ ζούσαν στην ύπαιθρο τρώγοντας χουρμάδες, ωμά λάχανα και προσφορές των πιστών. Κήρυσσαν δικές τους ερμηνείες του Μωσαϊκού Νόμου, όλες σωστές, και υποδαύλιζαν την επανάσταση εναντίον της Ρώμης με στόχο τη θρησκευτική και διοικητική ανεξαρτησία του ιουδαϊκού κράτους. Ετρεφαν μίσος για το κράτος και ανυπομονούσαν να το δουν ανεξάρτητο, διότι νόμιζαν ότι αυτό θα σήμαινε την καταστροφή του. Ηταν φυσικό να περιφρονούν τα είδωλα και τις πάσης φύσεως αναπαραστάσεις.
Ο Ιησούς, αντίθετα, διέδιδε το μήνυμα ότι ο κόσμος ήταν ήδη μια αναπαράσταση των ιδεών του Θεού, τον οποίο αναγνώριζε σαν πατέρα του. Δίδασκε ότι όλες οι αντιφάσεις είναι πλαστές κι ότι δεν πρέπει να αναθρέφουμε τα παιδιά αλλά να τα τραγουδάμε σαν μελωδίες, όπως κάνουν οι Τσιγγάνοι. Υποστήριζε ότι άξιζε να ζούμε προκλητικά και πως τίποτα δεν ήταν πιο προκλητικό απ’ το να μην βλάπτεις κανέναν. Ο ίδιος άλλωστε κατέληξε δεμένος σ’ έναν σταυρό από ξύλο κέδρου, με τους Ρωμαίους γύρω του να σφυρίζουν κλέφτικα. Χάρη στην απέραντη στοργή του για το ακροατήριο, μιλούσε σε μια γλώσσα που οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν, και άρα δεν στεναχωριόνταν, πράγμα που πετύχαινε χρησιμοποιώντας κρυπτικές αλληγορίες και παραβολές. Η πίστη -διαβεβαίωνε- είναι μια περιπλάνηση όπου η χειρότερη διαδρομή αποτελεί, συνάμα, την καλύτερη. Και όταν ένα αγοράκι τον πλησίασε για να του προσφέρει μια κούπα με νερό, έβγαλε σαν διά μαγείας απ’ το μανίκι του τρία γαρίφαλα, του τα έδωσε και του είπε:
«Πάρε, Ιωνάθαν. Σε διορίζω εκπρόσωπό μου στη Σύγκλητο.»
«Σε ποια Σύγκλητο, Ραβί;»
«Σε όποιαν διαλέξεις εσύ. Αρκεί να με ειδοποιήσεις μία βδομάδα πριν». Σ’ έναν γέρο που παραπονέθηκε ότι δυσκολευόταν να κοιμηθεί είχε πει: «Να ξέρεις ότι εμφανίζομαι στους αδελφούς μου με τρεις μορφές, όσες και οι αιτίες της αϋπνίας· δηλαδή το κρασί, τα χρέη και οι τύψεις». Το ίδιο είπε σ’ έναν γέρο που δυσκολευόταν να καταπιεί.
Σ’ έναν ρωμαίο λιποτάκτη έδωσε την εντολή: «Μην αγαπάς τον πλησίον αλλά πλησίασε τον αγαπώντα». Τον παρότρυνε μάλιστα να μην πλησιάσει απότομα αλλά σιγά σιγά, ώστε ο άλλος να ξαφνιαστεί.
«Και μετά, Κύριε;»
«Μ ετά, βλέποντας και κάνοντας…» Συμβούλευε τους αρρώστους να διώχνουν τα κακά πνεύματα μιμούμενοι ήχους ποδοβολητού γυναικών και φυσώντας μέσα σε μεγάλα κοχύλια, όλ’ αυτά εν ώρα κοινής ησυχίας. Τους συμβούλευε ακόμη να δείχνουν ανοχή προς τον άκαμπτο ρεαλισμό των διαταγμάτων που εξέδιδαν οι Φαρισαίοι, αλλά να πολεμούν το καθετί που υπονόμευε την ιδιοκτησία, μια και, χωρίς ιδιοκτησία, δεν θα υπήρχαν ακτήμονες για να κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών. Τόνιζε ότι ο παράδεισος είναι αυτό που οι εγγράμματοι αποκαλούσαν υπερσυντέλικο. Περιέγραφε επίσης τη φτώχεια σαν ένα θέατρο όπου πρωταγωνιστεί το κοινό, ενώ οι ηθοποιοί παρακολουθούν και πλουτίζουν την εμπειρία τους. Συμφωνούσε ότι ο ίσκιος και η δροσιά είναι φίλοι του ανθρώπου, αλλά συμπλήρωνε ότι σπανίως αποδεικνύονταν φερέγγυοι. Τέλος, προφήτευσε ότι, την ημέρα της στέψης του, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός θα διάλεγε το μάρμαρο για τον τάφο του.
Κατά τις φήμες, ο Ιησούς είχε γεννηθεί σ’ έναν στάβλο από την ανύπαντρη δούλα κάποιου Ρωμαίου που ονομαζόταν Σέξτος Λυκύων, η οποία είχε μείνει έγκυος κρυφά. Το βρέφος δόθηκε στη γυναίκα ενός μαραγκού που δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά κι αυτή το ανέθρεψε με τρυφερότητα και κάνοντας οικονομία, γιατί ήθελε να δει, εν καιρώ, τον γιο της νομομαθή. Αν και αναλφάβητη, τον μύησε στη γεωμετρία των αρχαίων Ελλήνων λύνοντας ασκήσεις επάνω στο δέρμα του με τα χάδια της που έμοιαζαν με διαβήτες, το δε Σάββατο του διηγούνταν θρύλους -για παράδειγμα ότι η ίδια καταγόταν από τον βασιλέα Δαβίδ κι ότι ο θετός πατέρας και σύζυγός της είχε τάχα εφεύρει μια καρέκλα που έκλεινε, οπότε μπορούσες να την πάρεις μαζί σου, αν και όχι στη μετά θάνατον ζωή. Λένε επιπλέον ότι, μόλις άκουσε αυτόν τον κομπασμό, το νήπιο, που ήταν μόλις έξι μηνών, μίλησε με τη φωνή ενός ενήλικου και είπε στη μάνα:
«Και στα δικά μας!»
Εγιναν κι άλλα θαύματα, κυριολεκτικά αμέτρητα, όπως όταν ο μικρός σχεδίασε ένα σπουργίτι πάνω στην άμμο και, κατόπιν, το φύσηξε ώστε όλοι να δουν ότι το πουλί όχι μόνον δεν εμψυχώθηκε πετώντας μακριά αλλά το σκίτσο ήταν και ιδιαίτερα άτεχνο. Ακαριαία διαδόθηκε ότι ένα αγοράκι πέντε ετών ήξερε να ζωγραφίζει πουλιά, γεγονός πρωτοφανές. Στα 12, όταν πήγε με τους γονείς του στην Ιερουσαλήμ για το Πάσχα, τρύπωσε στον Ναό κι έπιασε συζήτηση με τους γέρους που ήταν συγκεντρωμένοι εκεί σχετικά με το ρωμαϊκό Δίκαιο. Οι γέροι φλυαρούσαν προσέχοντας να μη θίγουν ορισμένα λεπτά σημεία, παρ’ όλο που εντρυφούσαν σε παραπλήσια σημεία μονομερώς. Αποσιωπούσαν και συνάμα υπογράμμιζαν, παρέβλεπαν λογικές αντιξοότητες της ερμηνείας και ταυτοχρόνως υπηρετούσαν τη σχολαστικότητα ξεφυλλίζοντας κιτρινισμένους πάπυρους και βήχοντας. Ο Ιησούς τους είπε μια κι έξω τη γνώμη του για τα συστήματα δικαίου και κατέληξε:
«Ερωτήσεις;»
Αλλά τι ερωτήσεις να περιμένεις από τόσο οξυδερκείς ανθρώπους;
Μεγαλώνοντας, ο Ιησούς διάλεξε μερικούς από κείνους που τον ακολουθούσαν και τους έχρισε μαθητές του, ενώ έδιωξε τους υπόλοιπους με το πρόσχημα ότι, στον τέλειο άνθρωπο, ταιριάζει να είναι μονίμως απογοητευμένος κι ότι ευτυχώς η επιλογή των εκλεκτών ήταν ένα παιγνίδι όπου η εξαίρεση συνιστούσε τον κανόνα. Πρόσθεσε:
«Αμήν». Επειτα οδήγησε την ομάδα στις κοντινές πόλεις, κηρύσσοντας τον λόγο του Πατέρα του και θαυματουργώντας. Του άρεσε να θυμώνει, να τρώει σύκα και να ιππεύει ένα γαϊδουράκι, χώρια που τάιζε τους λεπρούς, οι οποίοι σχημάτιζαν ουρές, σε συσσίτια με τηγανητό ψάρι. Γέμιζε ο ίδιος το πιάτο λέγοντας:
«Η αγάπη, αδελφέ μου, είναι ένα ψάρι μέσα στη λίμνη του ματιού του μέλλοντος… Ο επόμενος». Και στον επόμενο έλεγε: «Η αγάπη, αδελφέ μου, είναι ένα ψάρι κ.λπ. κ.λπ… Ο επόμενος». Καλώς ή κακώς, η μονότονη επανάληψη είχε την ίδια μυστηριακή επιρροή με το αλληλούια κι έτσι ενθάρρυνε, μέσα στον καύσωνα του μεσημεριού, μια μεθυστική νοσταλγία για τον κόσμο των πνευμάτων. Απ’ την πλευρά τους, οι μαθητές έκαναν κι εκείνοι θαύματα. Ενα βράδυ, στο φως του φεγγαριού που έδυε, ο Ιάκωβος, ο γιος του Αλφαίου, έκοψε ένα τσαμπί σταφύλια από τον φράκτη ενός πλούσιου και η είδηση ταξίδεψε αστραπιαία στα πέριξ χωριά με αποτέλεσμα να μαζευτεί το πλήθος ψάλλοντας. Εκεί, βάλθηκαν όλοι να λεηλατούν τις κληματαριές. Αργότερα, όταν έφτασε η φρουρά, ο Ιησούς δικαιολόγησε τους παραβάτες με τη φράση: «Ex malo bonum… Οταν έχεις λύσει ένα αίνιγμα, τα έχεις λύσει όλα». Πάραυτα, έπνευσε ελαφρύς άνεμος και απομάκρυνε τις πυγολαμπίδες, οπότε το δρομάκι βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ο δεισιδαίμων επικεφαλής των Ρωμαίων διέταξε τους άντρες του ν’ ανάψουν πυρσούς κι έφυγαν καλπάζοντας δίχως να συλλάβουν κανέναν, παίρνοντας όμως μαζί τους μια πέτρα που έμοιαζε με το κεφάλι της Αρτέμιδος και που υποτίθεται ότι μιλούσε με ανθρώπινη φωνή σε άπταιστα λατινικά.
Ο Ιησούς συνήθιζε να διδάσκει σ’ έναν πανέμορφο λόφο καλυμμένο από ελαιώνες που τα φύλλα τους θρόιζαν στον ζέφυρο ασημίζοντας. Εξηγούσε στους συγκεντρωμένους ότι όλα τα πράγματα θυμίζουν κάτι, αλλά η αλήθεια, μόνον αυτή, δεν θυμίζει τίποτα απολύτως. Και μια μέρα, καθώς πρόφερε τη λέξη «τίποτα», εμφανίστηκε στα χείλη του ένα πούπουλο περιστεριού. Τους εξηγούσε ακόμη ότι το περίσσευμα θανάτου που δεν βιώθηκε ποτέ ήταν απέραντο κι ότι αυτή ήταν η αιτία που οι άνθρωποι προτιμούσαν να βλέπουν παρά να ακούνε. Τους εξηγούσε ότι η φύση διαβάζεται από κάτω προς τα πάνω κι όχι ανάποδα, όπως νόμιζε ο Σωκράτης. Τους βοήθησε να πιστέψουν ότι η πιο πολύπλοκη εξήγηση είναι κατά κανόνα η σωστή κι ότι η λέξη «πρεσβύτερος» δεν ήταν απαραιτήτως προτιμότερη από τη λέξη «ίδωμεν».
Ωστόσο, παρά τα θαύματα, η φήμη του Ιησού δεν ξεπέρασε τα στενά όρια της περιοχής, ίσως γιατί υπήρχε ανταγωνισμός από πληθώρα προφητών ή επειδή το κήρυγμα της αγάπης ήταν προσωπικό και, άρα, ακατάλληλο να μεταφερθεί σε γραπτή μορφή σαν τα κείμενα των νόμων. Εν τω μεταξύ, κάποιος Ιούδας, που ανήκε στον στενό κύκλο του προφήτη, ενώ εργαζόταν ταυτόχρονα σαν βυρσοδέψης, ζήτησε να παρουσιαστεί στον νεοδιορισθέντα ρωμαίο επίτροπο Κωπώνιο Γράιλο, όπου συκοφάντησε τον Κύριό του λέγοντας ότι δίδασκε πως το σύμπαν είχε δημιουργηθεί με μιαν έκρηξη κι ότι ο χρόνος ήταν αυταπάτη -μια δήλωση που ισοδυναμούσε με σαφή νύξη σε βάρος του δικαιώματος veto που διατηρούσε ο Καίσαρας απέναντι στη Σύγκλητο.
«Τι είδους αυταπάτη;» ρώτησε ο Επίτροπος καθαρίζοντας ένα αχλάδι.
«Ισχυρίζεται ότι ο χρόνος είναι ο ίσκιος που ρίχνει ένα αντικείμενο όταν το φωτίζει ο θάνατος!»
«Μμ, μάλιστα…»
Ο Ιούδας πρόσθεσε πως ο Ιησούς υποστήριζε τις γυναίκες, τους λεπρούς, τους αδέσποτους σκύλους και την κατάργηση της περιτομής. Υστερα ορκίστηκε πως ο δάσκαλός του διατείνεται ότι τα πολλά λόγια είναι πλούτος κι ότι τα σώματα των Ρωμαίων αποτελούνταν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, από νερό, σύμφωνα με την αναλογία ξηράς και θάλασσας. Κατέληξε τονίζοντας πως ο προφήτης Ιησούς δεν δεχόταν άλλες εξουσίες πλην εκείνων που πήγαζαν από το προπατορικό αμάρτημα, δηλαδή όλων, συνεπώς και αρκετών που αντετίθεντο στον Καίσαρα. Ο Κωπώνιος θορυβήθηκε μεν, αλλά δεν ανήκε στην κατηγορία των ανόητων που θα έδιναν βάση στις καταγγελίες ενός καλοθελητή χωρίς τις αναπόφευκτες επιφυλάξεις· έτσι άρχισε να προβληματίζεται σοβαρά και, προκειμένου να βρει τη γαλήνη, έχασε τον ύπνο του. Βαθμιαία, το ενδεχόμενο μιας απειλής προερχόμενης απ’ την ομάδα του Γαλιλαίου εξελίχθηκε σε μαρτυρική ενόχληση, μέχρι που αποφάσισε να ξαποστείλει τον συγκεκριμένο ταραξία και να απαλλαγεί. Ο σύμβουλός του Δίβιος Βαριανός πρότεινε να δράσουν επειγόντως, δίχως να ενημερώσουν τον Καίσαρα, στέλνοντας απλώς μιαν επιστολή στον αμέσως ανώτερο, τον αντιπρόσωπο διοικητή της Συρίας Κυρήνιο, αυτόν που είχε διατάξει την περίφημη απογραφή, την οποία θα ολοκλήρωνε ο Σατουρνίνος. «Συμφωνώ» είπε ο Υπατος. «Κάλλιο ποτέ, παρά αργά».
Τα υπόλοιπα έγιναν με τη διακριτικότητα που άρμοζε στην πολιτική της Ρώμης και, τα ξημερώματα της επομένης, μια ολιγομελής φρουρά συνέλαβε τον Δάσκαλο και δύο απ’ τους μαθητές του και τους ανέβασαν σ’ ένα άλογο και τους τρεις με δεμένα τα μάτια. Ηταν τόσο αδύνατοι, ώστε το άλογο κάλπαζε άνετα. Στην ανάκριση, ο Κωπώνιος ρώτησε αυτοπροσώπως τον Ιησού αν θεωρούσε τον εαυτό του εχθρό του Καίσαρα κι ο Ιησούς απάντησε:
«Απολογούμαι για τη θλίψη που του προκάλεσα». Ο ρωμαίος επίτροπος, που κατάλαβε ότι είχε ενώπιόν του έναν φιλήσυχο άνθρωπο, ο οποίος ήταν άρα εξαιρετικά επικίνδυνος, του πρότεινε να δεχτεί τη μεταφορά του στην Αίγυπτο, για να λήξει το θέμα εκεί, όμως ο Ιησούς του απάντησε, ακριβώς μεταφορικά -μολονότι η μνημειώδης εκείνη απόκριση δεν καταγράφηκε. Θρυλείται πάντως ότι Κωπώνιος στράφηκε στους παριστάμενους και είπε:
«Plaudite, cives!» Επειτα σκέφτηκε, στα ελληνικά: «Μπλέξαμε άσχημα!»
Ακολούθησε η σταύρωση των τριών αθώων σε μιαν ερημιά, άνευ περιττών μαρτύρων, και μόνον ένα όρνεο είχε καθήσει πάνω σ’ έναν απ’ τους σταυρούς και τσιμπολογούσε τα φρύδια του Ιακώβου που, μετά απ’ το επεισόδιο με τα σταφύλια, τον αποκαλούσαν «ο ληστής». Είναι εντούτοις διαπιστωμένο ότι ο Ιησούς, απ’ τον Σταυρό του, λυπήθηκε τον μοναδικό Ρωμαίο που είχε μείνει φρουρός και που έπληττε θανάσιμα καθισμένος κάτω από μια συκιά, οπότε του φανέρωσε το μέλλον με πενήντα λέξεις, όσες και οι Πύλες της Μπινάχ, που σημαίνουν την «Κατανόηση» και απ’ τις οποίες ο Μωυσής είχε προλάβει να διαβεί τις σαράντα εννέα:
«Ο σημερινός Επίτροπος», του είπε, «θα διοικήσει για τρία χρόνια. Κατόπιν θα αναλάβει ο Μάρκος Αμβίβουλος, επίσης για τρία χρόνια· κατόπιν ο Αννιος Ρούφος, για τρία χρόνια κι εκείνος· κατόπιν ο Βαλέριος Γράτος για έντεκα χρόνια. Υστερα θα έρθει ένας ονόματι Πόντιος Πιλάτος, αλλά εσύ θα είσαι πίσω στα παιδιά σου».
«Στη Λομβαρδία;»
«Οχι, στα δεξιά του Πατέρα Μου. Τα παιδιά σου θα πέσουν από το ξίφος των ανδρών του Αίλιου Σεϊανού, ένεκα αυθαδείας».
Τότε ο Ρωμαίος, από ευγνωμοσύνη για το δώρο του Ιησού, τον κάρφωσε με τη λόγχη και ησύχασε. Κι απ’ το αίμα που έσταξε φύτρωσε μια γλισίνια.
Αυτό διασώθηκε στις αφηγήσεις ορισμένων Ιουδαίων· πολλοί ωστόσο πίστευαν ότι ο μύθος είχε διαδοθεί απ’ την Αυλή του Ηρώδη Αντύπα για να πληγεί το γόητρο του συνονόματου ζηλωτή Ιούδα του Γαλιλαίου που ηγούνταν του χιλιοστού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Εξάλλου, βόλευε μια ακόμη σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα στον Ιησού και σ’ έναν ψευδοπροφήτη που είχε οδηγήσει το ένοπλο πλήθος στο όρος Γαριζείν, δήθεν για να του αποκαλύψει το σημείο όπου ήταν κρυμμένα τα μαγειρικά σκεύη των θυγατέρων του Νώε.
Γλυκά και αθόρυβα εξέπνευσε ο Ιησούς και, από κείνη την ημέρα, η χώρα βυθίστηκε στη φτώχεια.
Αυτό συνέβαλε στην εκκόλαψη μιας ιδέας για την αναπαράσταση της Γέννησης και των Παθών, στην οποία βρέθηκαν αίφνης να συμφωνούν οι πάντες πρόθυμα, οι παρατάξεις των Γραμματέων και των Φαρισαίων, ο Ηρώδης Αντύπας και η ρωμαϊκή διοίκηση, ώστε όχι μόνον να αποθαρρυνθούν οι Ζηλωτές διά του παραδειγματισμού αλλά, κυρίως, να αντιμετωπιστεί η πελώρια οικονομική δυσπραγία που είχε προκύψει ένεκα των φόρων και της παρακμής του εμπορίου. Εξηγείται άλλωστε έτσι η τεράστια προσέλευση επισκεπτών στην Ιερουσαλήμ κατά τον δέκατο ένατο χρόνο της βασιλείας του Τιβέριου, έβδομο χρόνο από την ανάληψη των καθηκόντων του Πιλάτου. Ο Πιλάτος, ένας εργατικός και γενναίος άντρας, ήρθε απ’ την Καισάρεια, όπου διέμενε, και εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ για να επιβλέψει τις προετοιμασίες αυτοπροσώπως. Προσφέρθηκε μάλιστα να υποδυθεί τον ρόλο του ρωμαίου επιτρόπου, αν και ζήτησε να διατηρήσει το δικό του όνομα για λόγους τιμής. Ασφαλώς, ήταν αυτή η ματαιόδοξη ανάμειξη, τυπικά ανάρμοστη, που του στοίχισε τη θέση του όταν, τρία χρόνια αργότερα, ο Επαρχος της Συρίας τον συνέλαβε και τον έστειλε να απολογηθεί στη Ρώμη, απ’ όπου ο Καλιγούλας τον εξόρισε στη λίμνη Λουκέρνη. Εκεί απόλαυσε τον εσπερινό της ζωής προσευχόμενος και μετανοώντας. Κι όταν ο Κύριος τον φώναξε κοντά του, δεν δίστασε να αυτοκτονήσει. Γι’ αυτό οι αδελφοί μας οι Αιθίοπες τον ανακήρυξαν άγιο.
Εν όψει των εορτών της αναπαράστασης, οι αρμόδιοι είχαν φέρει από τη Ρώμη έναν ηθοποιό για να υποδυθεί τον Ιησού, που εμφανίζονταν πλέον ως «Ναζωραίος» και «βασιλιάς των Ιουδαίων», για συντομία «ΙΝΒΙ» ή «GNRG», κάτι που ο Ηρώδης δεν ήθελε να ακούει ούτε γι’ αστείο. Αρχισαν οι έριδες. Ενεπλάκησαν δύο αρχιερείς, νυν και πρώην, ο Καϊάφας και ο πεθερός του ο Αννας, που υποδύθηκαν επίσης τους εαυτούς τους. Χίλιοι τετρακόσιοι ρωμαίοι στρατιώτες πήραν μέρος στις εκδηλώσεις σαν κομπάρσοι, αν και αρκετοί έπαιξαν βασικούς ρόλους, όπως και οι ιουδαίοι υπήκοοι που υποδύθηκαν τους Μαθητές, τις τρεις Μαρίες και κάποιον Βαραββά, του οποίου ο ρόλος αποτελούσε προσθήκη της τελευταίας στιγμής. Επί τέσσερις μήνες, το πλήθος του κόσμου συμμετείχε αυθόρμητα φωνασκώντας και βρίζοντας, κλέβοντας και θυσιάζοντας αμνούς, πολιορκώντας τον Ναό για μια θέση στην πρώτη σειρά και απαιτώντας τα δεδουλευμένα. Οι τιμές εκτινάχθηκαν στα ύψη. Ηθοποιοί και θεατές ενώθηκαν εν ενί σώματι, καθώς είχε προαναγγείλει ο Ιησούς. Εξαντλημένοι λεγεωνάριοι προσπαθούσαν να επιβάλουν την τάξη.
«Quo vadis?»
«Εχω πρόσκληση γραμμένη με το χέρι του χιλίαρχου Βικέρνιου».
«Πέρνα».
Οι γιορτές ξεκίνησαν με τη Γέννηση, που τοποθετήθηκε συμβολικά στο τεσσαρακοστό έτος απ’ την άνοδο στον θρόνο του Ηρώδη Α’ του Μεγάλου, τέταρτο προς πέμπτο χρόνο της βασιλείας του Ηρώδη Αντύπα, το έτος που οι χριστιανοί θεωρούν ως το 1 μ.Χ. Τρεις πέρσες αιχμάλωτοι υποχρεώθηκαν να φορέσουν μεγαλοπρεπή άμφια και να παρελάσουν πάνω σε καμήλες μέχρι την είσοδο ενός στάβλου όπου γελάδια και γαϊδούρια είχαν δεθεί γύρω από ένα βρέφος που έκλαιγε. Θέλοντας να εμπλουτίσουν την ιστορία με τεχνάσματα που θα βοηθούσαν στην περαιτέρω αναθέρμανση της αγοράς, οι διοργανωτές είχαν επιφέρει, αυθαίρετα, τόσες αλλαγές, ώστε δεν αποφεύχθηκαν ανεκδιήγητα παρεπόμενα, φέρ’ ειπείν όταν έγιναν τα αδύνατα δυνατά προς την κατεύθυνση μιας αληθοφάνειας που, λίγες μέρες αργότερα, με τη σφαγή των Νηπίων, εξέπληξε όντως τους πάντες. Ο ρωμαίος ηθοποιός που είχε τεθεί επικεφαλής του φονικού αποσπάσματος δεν κατόρθωσε να αντεπεξέλθει στη φρίκη του υπερβάλλοντος ζήλου και αντικαταστάθηκε από έναν ιουδαίο κηπουρό που το όνομά του δεν έγινε γνωστό και ο οποίος εκτελούσε τα μωρά με το κλαδευτήρι. Από κει προέρχονται οι φράσεις που ακούει κανείς σήμερα στις χώρες της Δύσης, όπως «κόπηκε στις εξετάσεις» ή «έμεινε φυτό».
Και μη ρωτάς τους χριστιανούς πόσα μωρά πήγαν χαμένα έκτοτε, διότι είναι υποχρεωμένοι να σου πουν.
…
αν έφτασες ως εδώ αναγνώστη μου , plaudite, cives!