Μηνιαία Αρχεία:Δεκεμβρίου 2011

ο χρόνος αλλάζει μαζί σου…

ο χρόνος δεν αλλάζει μόνος!

και πήρα και τα δώρα…

και γύρισα…

και όλα μου ήταν αδιάφορα…

και την ώρα που κατέβαινα τα χρόνια μου, ένα κοριτσάκι μου άγγιξε τον αγκώνα…

μουρμούριζε κάτι σαν “ξέρω πως σε φοβάμαι και με περιφρονείς

θυμάμαι πως μου ‘καναν εντύπωση τα παπούτσια της…

το κοίταξα λοξά, δίχως να σταματήσω την κάθοδό μου…

το έδιωξα λίγα μέτρα παρακάτω…

είναι κάπου ένας ολόκληρος χρόνος που μένω ξύπνια, κάθομαι σε μια καρέκλα  που την τραβώ κάθε τόσο πιο κοντά στο τραπέζι, δίχως να κάνω τίποτα, οι σκέψεις περνούν ελεύθερα από το κεφάλι μου και τις αφήνω να φεύγουν…

όλα μου είνα αδιάφορα, ναι όλα, μα παρά την αδιαφορία μου, δεν είμαι εντελώς αναίσθητη…

μπορώ κάλλιστα να νιώσω τον πόνο από ένα παλιό διάστρεμμα…

ο πόνος αυτός μου χει γίνει βραχνάς και δεν μπορώ να ξεκολλήσω από τούτη εδώ τη θέση… του ανθρώπου!

βλέπω καθαρά πως είμαι άνθρωπος, δεν είμαι ακόμα ένα τίποτα, ζω και κατά συνέπεια, μπορώ να υποφέρω, να θυμώνω, να ντρέπομαι για τις πράξεις μου…

αλλά εκείνο το κοριτσάκι;

αν  δεν υπάρχω ύστερα από δυο ώρες, τι θα με ενδιαφέρει εκείνο το κοριτσάκι; τι θα με ενδιαφέρει αν καεί ο κόσμος όλος;

γίνομαι ένα τέλειο μηδενικό και όμως, η συναίσθησή πως ύστερα από δυο ώρες μπορεί να μην υπάρχω, δεν μπορεί να εκμηδενίσει την έγνοια που μου γέννησε εκείνο το σκούντημα στον αγκώνα…

δυο ώρες μετά:

το κοριτσάκι με είχε σώσει!

ε λοιπόν ναι χρόνε ξεροκέφαλε, έστω, είσαι μονάχα ένα όνειρο και γι αυτό σε κοιμάμαι και σχηματίζω αρμονικούς χορούς παιδιών στα περάσματά σου από τον κόσμο μου, χορών χωρίς τραγούδια, γιατί μου είναι αδύνατο να καταλάβω το νόημα των τραγουδιών αν δεν κατέχομαι από αυτά…


θυμίσου το 2012,

μην κλαψουρίζεις,
όπως θα λεγε ένας απασχολημένος παθολόγος!
κάνε το καλύτερο που μπορείς,
να είσαι ευγενικός,
να περνάς καλά όταν μπορείς,
να πίνεις με μέτρο,
να ασκείσαι,
και… κράτα την πλάτη ίσια καθ’ οδόν προς το εκτελεστικό απόσπασμα!
αλλά, !ςιεζάινιργγκ αν ιενάκ νεδ*
ω! αν όλος ο κόσμος ήθελε να θέλει, όλα θα ‘χανε γίνει κιόλας και δε θα χρειαζότανε καμμιά αλλαγή του χρόνου…
*αναγνώστη μου, δεν είναι ένα καθιερωμένο τέχνασμα σε καθημερινές κουβέντες, όπως οι ευχές που θα πάρουν και θα δώσουν πάλι, αλλά είναι ένα  από  τα πιο φίνα εγκεφαλικά γυμνάσια, αν αφαιρέσεις τα λεπτοδουλεμένα προσχήματα είναι ακριβώς αυτό! ένα γυμνάσιο!

παντοπωλείο “η αλληλεγγύη”

Κοινωνικό Παντοπωλείο Λάρισας,στην οδό  Μανωλάκη 9-11, κλείνει τους έξι μήνες λειτουργίας του και εξυπηρετεί 460 άτομα τον μήνα, υπεύθυνοι του Κοινωνικού Παντοπωλείου είναι οι: Γαντζούδης Θεόδωρος και Ριζάκη Αφροδίτη και μπορεί κανείς να επικοινωνήσει την προσφορά του στο τηλέφωνο – fax: 2410- 255876 ή στην  kinoniko_pantopolio@hotmail.gr

λειτουργεί δύο φορές την εβδομάδα Τρίτη και Πέμπτη από τις 9 το πρωί μέχρι τις 2 το μεσημέρι


δύο άλλα κι δύο γιατί…

άλλο να ανακυκλώνεις τα όριά σου κι άλλο να είσαι ανοιχτός ορίζοντας!

γιατί βυθιζόμαστε αθεράπευτα στις χίμαιρες της “αποκλειστικής ” μας αλήθειας και του μονοπωλίου της χάρης μας;

γιατί μέχρι τον 17 ο αιώνα βλέπαμε χάρη στο φως των ματιών τα φώτα των παραγμάτων…

στους νέους χρόνους μάθαμε ότι βλέπουμε χάρη στο οπτικό νεύρο που δίνει σήμα στον εγκέφαλο προκειμένου να δει…


vintage sun

είναι ωραίο,

να σου συμβαίνει,

να μπαίνει στο σαλόνι σου,

να πηγαίνεις βόλτες μαζί του,

να σιγουρεύεσαι πως κατοικεί μέσα σου,

να φυλά τα στολίδια σου,

να ξεδιπλώνει τα περιεχόμενά σου,

να σε μαλακώνει σα ζεστό τσάι,

να σε ταξιδεύει σαν μελωδία,

να σε αγκαλιάζει,

να σε αγαπάει,

να σου κάνει μαγικά πράγματα,

να γέμιζει με νόημα τη μελαγχολία σου,

είναι ωραίο σαν εξοχή!

η μουσική έχει μεγάλη δύναμη, αλλά αυτό είναι γνωστό…

 


το αγοράκι με τα σπίρτα;

ένα δέντρο μια φορά…

…………………………………………………………………………………………………………..

τρισδιάστατα κινούμενα σχέδια

σκηνοθεσία:Τime Lapse Ρictures των Παναγιώτη Ράππα και Νάσου Βακάλη

σενάριο:Ευγένιος Τριβιζάς

μουσική:Δημήτρης Παπδημητρίου

το παιδί σχεδίασε ο Γερμανός σχεδιαστής Uli Meyer

δέντρο: Διονύσης Σαββόπουλος*

ενώνουν τις δυνάμεις τους:Δημήτρης Πιατάς , Παύλος Χαϊκάλης, Παύλος Κοντογιαννίδης , Μιχάλης Μητρούσης, Γιάννης Κακλέας και Μαρία Ναυπλιώτου

μια μικρή ποιητική χριστουγεννιάτικη ιστορία διάρκειας περίπου 20 λεπτών!

επειδή η πολιτιστική τροφή των παιδιών μας περιλαμβάνει ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό σκουπιδιών…

επειδή οτιδήποτε το παιδικό δεν είναι απλούστερο, ευκολότερο, φτηνότερο και υποδεέστερο του αντίστοιχου προϊόντος για ενήλικες…

λυπάμαι αν σας στενοχώρησα χριστουγεννιάτικα!

*“τη νύχτα αυτή τη λέμε εμείς φωτιά, εσύ την είπες δέντρο”


να τα πούμε;

να τα πούμε για να μην ξεχνιόμαστε…

επειδή εδώ δεν ήρθαμε για να βρούμε τον εαυτό μας αλλά για να τον ξεχάσουμε…

κι έλεγα τι ξέχασα να θυμηθώ να ξεχάσω;

τον εαυτό μου ναι, αλλά το καλό ή το κακό;

καλό χριστουγεννιάτικο σαββατοκύριακο αναγνώστη μου!

υγ. σκοπός είναι να μην αφήνουμε απότιστο και αστόλιστο το μέσα μας δεντρο όλα τ’αλλα είναι για τη φάτνη, επίσης  δεν πρέπει να ρωτάμε ποτέ τους χριστιανούς πόσα μωρά πήγαν χαμένα μετά τη Γέννηση, διότι δεν είναι υποχρεωμένοι να σου πουν και τέλος πρέπει να θυμόμαστε πως ο θεός της αγάπης  είναι μια πόρτα που θα ανοίξει μόνον εφόσον βρίσκεσαι ήδη μέσα ώστε να ανοίξεις εσύ ο ίδιος, γι αυτό μη μου χτυπήσει κανείς για να μου τα πει, παρά μονάχα για να μιλήσουμε, εξάλλου ο Ιησούς δεν εξαντλούσε την αλήθεια στη διατύπωση, την εξαντλούσε στη συναναστροφή…


δε γίνεται, δε δείχνεται!

το μυσικό μυστικό άντε να σ’ το πω αναγνώστη μου…

θα χτυπήσεις μισό κιλό πρόβειο βούτυρο με ένα κοφτό πιατάκι του καφέ ζάχαρη…

μέχρι ν’ ασπρίσουν σαν το χιόνι!

μετά θα βάλεις δυο κουταλάκια σταχτόνερο, με ένα κουταλάκι σόδα φαγητού και σιγά σιγά το αλεύρι (κοντά στις εφτά κούπες να λογαριάζεις…)

άκου τώρα:

γιατί θα με ρωτήσεις για το σταχτόνερο…

θα βράσεις δυο κουταλιές στάχτη από ξύλο άσπρη σαν τσιγαρόχαρτο σ’ ένα καφέμπρικο με νερό, θα τ’ αφήσεις να κατακάτσει κι αφού κρυώσει θα πάρεις τις δυο κουταλιές που χρειάζονται…

τέλος θα ρίξεις μισό κουταλάκι στουμπισμένο γαρύφαλο και μια κούπα αμύγδαλα χοντροκομμένα κι ελαφρά καβουρδισμένα…

ζύμωσέ τα καλά!

πολύ καλά!

η ζύμη πρέπει να ‘ναι μαλακή, αλλά να πλάθεται στα χέρια…

μετά κόψε σχήματα με το ποτήρι, πρόσεξε, να μοιάζουν με φεγγάρια στη χάση τους…

ψήσε τα  σε προθερμασμένο φούρνο κοντά 15 με 20 λεπτά…

αλλά, χρειάζεται να κοιτάς το φούρνο, να προσέχεις το ψήσιμο….

δεν πρέπει να σκουρύνουν πολύ, ίσα να γίνουν ξανθοί…

μετά, όσο είναι ζεστοί, σίτισε την άχνη…

αυτό είναι όλο κι όλο!

άμα προσέξεις την ποιότητα στο αλεύρι, στο βούτυρο κι έπειτα στο σχήμα για το καλό ψήσιμο… αυτό είναι το μισό μυστικό!

το άλλο μισό, είναι στην καρδιά, στα φυλλοκάρδια μέσα!

όταν δουλεύω ζύμη-ζάχαρη μνημονεύω τη γιαγιά μου…

κι η ζύμη που είναι σαν την ψυχή, ξέρει, και γεμίζει γλύκα…


gas*

o πατέρας είναι άνεργος, o γιος του άρρωστος κι έξω κάνει κρύο…

η αλληλεγγύη που δεν υπάρχει, λένε πως εμφανίζεται τέτοιες μέρες, όχι καθημερινές δηλαδή…

σκηνοθεσία:Buyar Alimani, δημιουργός της “αμνηστείας”

ηθοποιοί: Ιερώνυμος Καλετσάνος (Χώρα προέλευσης), Μάριος Αλιμάνι, Αλεξία Καλτσίκη (Η υπογραφή), Τάνια Σαββοπούλου, (Wasted Youth), Αγορίτσα Οικονόμου, Ηλίας Ασπρούδης

μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου

φωτογραφία: Χρήστος Καραμάνης

*ένα βραβευμένο και πολυταξιδεμένο 35mm φιλμ…

 

 

 


σπίτι…

θυμόμουν πως έξω από το παράθυρο είχαμε μια ελιά και δεν τολμούσα ν’ απλώσω χέρι πάνω της…

θυμόμουν πως δεν έφτανα ν’ απλώσω χέρι πάνω της…

θυμόμουν πως μέσα από το παράθυρο είχαμε ένα τραπέζι με μια λάμπα πετρελαίου πάνω του…

θυμόμουν τη μουγκαμάρα μου…

ήταν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, του παιχνιδιού που παίζεται από ανθρώπους αλλά εμπαίζει ταυτοχρόνως αυτούς…

κρυφά, θαμμένα στην ψυχή μου την παιδική, ξεδιαλύνουν ανάμεσα από φλόγες και σπίθες αναμνήσεις γλυκές ή πικρές, παγωμένες ή ζεστές, ξένοιαστες μέρες χαράς…

η νοσταλγία για κείνη την εποχή, κείνο το χωριό, κείνο το σπίτι φέρνει στα χείλη μου ένα σφύριγμα μελωδικό και παραπονιάρικο…

τώρα την άβυσσο ρωτώ, πώς βρέθηκα εδώ πέρα…

θυμόμουν το ταβάνι που έσταζε μέσα στην εμαγιέ  σουπιέρα…

θυμόμουν το νερό που βρίσκαμε παγωμένο το πρωί μέσα στην κανάτα…

θυμόμουν πως είχα αδειάσει μια καράφα ξύδι πάνω στην  σμυρνιά γιαγιά μου που ‘χε θυμώσει με τα καπρίτσια μου…

ακατανόητο απομεινάρι μιας παλιάς σμυρνέικης γλώσσας που χει φωλιάσει στη μνήμη μου που φθίνει…

η πόρτα υποχωρούσε δύσκολα στο σπρώξιμό μου κι αναρωτήθηκα αν ότι εξελισσόταν μπρος στα μάτια μου ήταν η εκδίκηση του ανθρώπου ή η αναπαράσταση ενός εξ αμελείας εγκλήματος…

νόμιζα πως ήταν οφθαλμαπάτη, δε γνώριζα το σπίτι μου ενώ δεν το είχα ξεχάσει…

πέρασα κάτω από το καμένο δοκάρι της οροφής και κοίταξα έξω από το παράθυρο του πλυσταριού…

νόμισα πως είδα τη γρια Γρηγόραινα…

ένιωσα τη ζεστή υγρασία που αφήνουν τα δάκρυα στα μάγουλά μου…

ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, έκανα μεταβολή και βγήκα πατώντας πάνω σε κπλίνθους και κέραμους ατάκτως ερρημένους και χορταριασμένους…

οι πέτρες απ’ τον καιρό χωρίσανε η μια από την άλλη, κι είναι σκεπασμένες από μούσκλια κι αγριόχορτα, οι σουβάδες είναι μαυροκιτρινισμένοι απ’ τη φωτιά και τη μούχλα, και τα αγριολούλουδα ανεμίζονται ντροπαλά στους χαλασμένους τοίχους… το ‘δες;

είδα τις παγίδες που στησε ο καιρός σε τούτο εδώ το σπίτι …

είν’ το σπίτι του δάσκαλου! κι εγώ είμαι η Γρηγόραινα…όταν ήρθε ο δάσκαλος εγώ είχα ειδοποιήσει τον παπά να ΄ν εδώ απ΄τα χαράματα… για τον αγιασμό!

εντάξει…

συμβαίνει τίποτα; σε βλέπω προβληματισμένη…

δεν ξαναφωνάζεις τον παπά να μ’ εξομολογήσει θεια;

γύρισα στην πόλη, ανθρώπινης αυτοπαγίδευσης απόρροια, και είδα το λάθος για σωστό, το μαύρο για άσπρο…

άρχισα πάλι να σφυρίζω εκείνη τη μελωδία, ανθρώπινης αδυναμίας απόρροια…



Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 60 other followers