ο χρόνος δεν αλλάζει μόνος!
και πήρα και τα δώρα…
και γύρισα…
και όλα μου ήταν αδιάφορα…
και την ώρα που κατέβαινα τα χρόνια μου, ένα κοριτσάκι μου άγγιξε τον αγκώνα…
μουρμούριζε κάτι σαν “ξέρω πως σε φοβάμαι και με περιφρονείς“
θυμάμαι πως μου ‘καναν εντύπωση τα παπούτσια της…
το κοίταξα λοξά, δίχως να σταματήσω την κάθοδό μου…
το έδιωξα λίγα μέτρα παρακάτω…
…
είναι κάπου ένας ολόκληρος χρόνος που μένω ξύπνια, κάθομαι σε μια καρέκλα που την τραβώ κάθε τόσο πιο κοντά στο τραπέζι, δίχως να κάνω τίποτα, οι σκέψεις περνούν ελεύθερα από το κεφάλι μου και τις αφήνω να φεύγουν…
όλα μου είνα αδιάφορα, ναι όλα, μα παρά την αδιαφορία μου, δεν είμαι εντελώς αναίσθητη…
μπορώ κάλλιστα να νιώσω τον πόνο από ένα παλιό διάστρεμμα…
ο πόνος αυτός μου χει γίνει βραχνάς και δεν μπορώ να ξεκολλήσω από τούτη εδώ τη θέση… του ανθρώπου!
βλέπω καθαρά πως είμαι άνθρωπος, δεν είμαι ακόμα ένα τίποτα, ζω και κατά συνέπεια, μπορώ να υποφέρω, να θυμώνω, να ντρέπομαι για τις πράξεις μου…
αλλά εκείνο το κοριτσάκι;
αν δεν υπάρχω ύστερα από δυο ώρες, τι θα με ενδιαφέρει εκείνο το κοριτσάκι; τι θα με ενδιαφέρει αν καεί ο κόσμος όλος;
γίνομαι ένα τέλειο μηδενικό και όμως, η συναίσθησή πως ύστερα από δυο ώρες μπορεί να μην υπάρχω, δεν μπορεί να εκμηδενίσει την έγνοια που μου γέννησε εκείνο το σκούντημα στον αγκώνα…
…
δυο ώρες μετά:
το κοριτσάκι με είχε σώσει!
ε λοιπόν ναι χρόνε ξεροκέφαλε, έστω, είσαι μονάχα ένα όνειρο και γι αυτό σε κοιμάμαι και σχηματίζω αρμονικούς χορούς παιδιών στα περάσματά σου από τον κόσμο μου, χορών χωρίς τραγούδια, γιατί μου είναι αδύνατο να καταλάβω το νόημα των τραγουδιών αν δεν κατέχομαι από αυτά…




















